Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

ΕΙΣ ΜΟΙΡΑΣ







Τις Μοίρες αξίωσε, Μούσα, και πάλι να υμνήσουμε
πανσέβαστες θεές, τρεις αδελφές αδιαίρετες
που αδράχτι κρατούν ιερό, στον αργαλειό τους υφαίνουν
όσα έγιναν, όσα γίνονται, όσα μέλλεται ακόμη να γίνουν.

Τον Δία εκείνες ανέθρεψαν, 
βρέφος ακόμη στο άντρο της Ρέας, 
την Αθηνά, την όμοια με γλαύκα θεά, 
εκείνες διδάξαν να υφαίνει.
Στων Μοιρών την άκαμπτη βούληση 
υποχωρούν αγρίμια και άνθρωποι,
η γη, ο ουρανός και η θάλασσα, οι θεοί και οι θεές, 
ο ίδιος ο Δίας.

Τις Μοίρες αξίωσε, Μούσα, και πάλι να υμνήσουμε,
πανσέβαστες θεές, παρθένες ντυμένες το φως,
που αδράχτι κρατούν ιερό, στον αργαλειό τους υφαίνουν
φως και σκοτάδι, ανάγκη και τύχη, το δυνατό, το αδύνατο,
τη χαρά, την οδύνη, τον πόθο, τον τρόμο,
αθανάτων θεών τις δυνάμεις, 
εφημέρων ανθρώπων τα όνειρα.



Χαίρετε, Μοίρες, κόρες της Νύχτας, Τύχη Αδράστεια Νέμεσι,
τρεις αδελφές αδιαίρετες, τρία νήματα, 
το ένα με τ΄ άλλο αταίριαστα,
σ΄ένα μόνο υφαντό, σ΄έναν κόσμο εξαίσιο αρμόζετε.

Χαίρετε, Μοίρες, κόρες της Νύχτας, Τύχη Αδράστεια 
και Νέμεσι εσύ, του Διός η ομόκλινη· 
εσύ δρόμους, λίγους πολλούς, 
σε κάθε ταξιδιώτη ανοίγεις, 
η Αδράστεια όμως, κυρά δίχως έλεος, διατάζει 
σε κάθ΄ επιλογή το τέλος ν΄απονέμεις που αρμόζει· 
από σένα η  Ελένη γεννήθηκε,
η ομορφιά της ζωής που αξίζει γι' αυτήν 
και τη ζωή του κανένας να δώσει.
Δέχου, θεά, τις άγιες σπονδές, τις ευχές, 
της ψυχής μας το αίμα, 
δίνε μας κρίση και χρόνο.

Χαίρετε, Μοίραι, θύγατρες Νυκτός Τύχη Ανάγκη Ελευθερία,
αληθεστάτη και αδιαίρετε τριάς, 
θεών απάντων και ανθρώπων μητέρες,
εύφρονι βουλή έλθοιτε ημίν 
—ευήκοοι, ευμενείς, λυσιπήμονες.







Τρίτη 10 Μαΐου 2011


    
Η Θέμιδα στον Όλυμπο

Η Θέμιδα, η κόρη του Ουρανού και της Γης, ανέβηκε στον Όλυμπο. Bρήκε τους θεούς να συζητούν στον οίκο του Δία. Εκείνοι έσπευσαν να την χαιρετήσουν, της πρόσφεραν ποτήρι να πιει και θρόνο να καθίσει, η Θέμιδα όμως αρνήθηκε· στάθηκε όρθια, μόνη στο μέσον της ομήγυρης των θεών, και, βλέποντας το Κράτος και τη Βία να παραστέκουν τον Δία, οργισμένη τέτοιους λόγους του απηύθυνε:
«Πατέρα Δία, Κρονίδη, των θεών μέγιστε και άριστε, θυμάμαι πολύ καλά, αλήθεια, τις μάχες εκείνες τις παμπάλαιες ενάντια στους Τιτάνες. Πολλοί θεοί πολέμησαν τότε, Δία, στο πλευρό σου. Μεταξύ αυτών η σεβάσμια Στύγα, η κόρη του Ωκεανού, και τα παιδιά της, ο Ζήλος και η Νίκη και τούτοι εδώ, η Βία και το αδυσώπητο Κράτος. Δικαίως, λοιπόν, αυτοί απολαμβάνουν την τιμή να παραστέκουν τον νικητή. Κάποιοι άλλοι όμως έμειναν, ως φαίνεται, Δία, αργοί, διόλου δεν σε συνέδραμαν, μεταξύ αυτών πρώτη εγώ, η Θέμιδα και ο γιος μου, ο επινοητικός Προμηθέας. Δικαίως, λοιπόν, αθάνατοι θεοί, εκείνος κρέμεται δεμένος ανάμεσα σε γη και ουρανό, δικαίως εγώ μένω αποκλεισμένη από τη συντροφιά των παιδιών της Ρέας, που τέτοια ανταμοιβή επεφύλαξαν σε αυτόν που τόσο τους ευεργέτησε έχοντας προδώσει τον ίδιο του τον πατέρα και τους αδελφούς του πατέρα του.»
Oι θεοί και οι θεές έμεναν σιωπηλοί. Ούτε ο Δίας μίλησε αμέσως, μόνο κοιτούσε την Θέμιδα που στεκόταν όρθια στο μέσον της ομήγυρης των θεών· στο τέλος αποκρινόμενος είπε:
«Σεβαστή Θέμιδα, κόρη του Ουρανού και της Γης, αδελφή της Ρέας, της μεγάλης μας μητέρας, πικραμένη βαθιά λόγους πικρούς απευθύνεις σε όλους μας, λησμονείς όμως πόσο πόνο έφεραν στην πλατιά γη οι πράξεις του πανούργου Προμηθέα. Θα σου θυμίσω, λοιπόν, θεά, τούτη την ιστορία.
Ζούσε κάποτε, όταν ακόμη βασίλευε ο Κρόνος, ένα γένος θεόμορφο, αγαπητό πολύ σε μένα, που ήμουν ακόμη παιδί στο σπήλαιο της μητέρας μου, στην ιερή Κρήτη. Το γένος αυτό των Κουρητών, γένος χρυσό, και οι νύμφες της Ίδης με είχαν προστατεύσει, αφού η Ρέα με έσωσε από τον ζηλωτή Κρόνο που αγωνιζόταν να κλείσει στο σώμα του όλα τα παιδιά του. Είχαν, αλήθεια, οι θεόμορφοι Κουρήτες νου θεϊκό αλλά κλεισμένο σε σώμα φθαρτό· πόνος μεγάλος, αβάσταχτος, μια ψυχή που μπορεί και διεισδύει στα μυστικά των θεών να βλέπει μέσα από μάτια εφήμερα, να σβήνει μόλις αυτά σφραγίσουν για πάντα και να γνωρίζει το τέλος της. Όταν, λοιπόν, κατακτήσαμε, θεά, την βασιλεία του ουρανού, στους αγαπημένους μου Κουρήτες, σε όσους είχαν χαθεί μέσα στον ορυμαγδό της μάχης και σε όσους είχαν σωθεί, έδωσα σώματα πύρινα, θεϊκά, αθάνατα, έγιναν δαίμονες αγαθοί, θίασοι μακάρων βακχικοί, σύντροφοι των νυμφών και των σατύρων· αυτοί αργότερα έδειξαν και πάλι την αγάπη τους προς εμένα αναδεχόμενοι τον Διόνυσό μου.
Και αποφασίσαμε τότε, θεά, να μην επιτρέψουμε ποτέ νους θεϊκός να κλειστεί σε σώμα φθαρτό, ποτέ μια ψυχή ικανή να διεισδύει στα μυστικά των θεών να μη ξαναδεί μέσα από μάτια εφήμερα, ποτέ να μη ζήσει ψυχή θεϊκή γνωρίζοντας ότι θα έρθει γι΄ αυτήν ο χρόνος του τέλους.
Όμως ο Προμηθέας παράδοξα αγάπησε το άγαλμα που ο Ήφαιστος έπλασε με χώμα και νερό, είδωλο της Μητέρας Γης, δώρο δικό μας και του Ουρανού προς αυτήν, δώρο συμφιλίωσης μετά τις παμπάλαιες θεομαχίες μας. Ήταν, αλήθεια, έργο εξαίσιας τέχνης. Όλοι οι θεοί και οι θεές όλες θαύμασαμε εκείνο το άγαλμα, έργο άφθαστης τέχνης, και το ονομάσαμε Πανδώρα, αφού ήταν εικόνα τρυφερή Εκείνης που τα πάντα δωρίζει. Όμως ο γιος σου, θεά, μη καταδεχόμενος, καθώς φαίνεται, να σμίξει με μία από τις θεές ή τις νύμφες, εμφύσησε στην πήλινη εικόνα την πνοή του, φλόγα θεϊκή, χωρίς να σκεφθεί, αν και γνώριζε, τον πόνο που θα έφερνε σ΄ εκείνη που είχε αγαπήσει και στα παιδιά που από τον έρωτά του θα έφερνε στο φως, χωρίς να σκεφθεί την κοινή μας απόφαση.
Κοίτα, θεά, κάτω στη γη τους ανθρώπους. Πικραμένη αποφεύγεις τον Όλυμπο και πλανιέσαι ανάμεσά τους, τους γνωρίζεις καλά· πολεμούν να ζήσουν και τη ζωή αυτή, για όσους την κερδίζουν, την κυβερνά η αγωνία· με πειθώ και με βία υποδουλώνουν ο ένας τον άλλο ζητώντας να κατακτήσουν μια εφήμερη ικανοποίηση, χλωμό είδωλο της δικής μας θεϊκής μακαριότητας που βλέπουν στα όνειρά τους.
Επεδίωξα να εξαλείψω αυτή την αθλιότητα· έστειλα χειμώνες και κατακλυσμούς αλλά αυτοί επιβίωσαν, χάρη στην κληροδοτημένη από τον πατέρα τους επινοητικότητα. Θέλησα να κατοικείται ο κόσμος από αθανάτους θεούς μόνο και από κτήνη θνητά, χωρίς νου και συνείδηση, αλλά, καθώς φαίνεται, άλλη είναι η βούληση των Μοιρών. Και ιδού, κάποιοι από τους αθανάτους θέλησαν να συνδράμουν το δυστυχισμένο αυτό αργυρό γένος και εγώ δεν τους το αρνήθηκα. Κάθε νύμφη θέλησε να δείξει στον θνητό εραστή της τα μυστικά που κρύβουν οι πέτρες, τα δέντρα και οι καρποί, οι άνεμοι και τα νερά, τα ίδια τα άστρα. Από τον Όλυμπο κατέβηκαν στη γη επίκουροι των ανθρώπων η Δήμητρα και ο Διόνυσος, η Αθηνά, ο Απόλλων και οι Μούσες, ο Ερμής. Όμως παρά τα δώρα των θεών, παρά τις κάθε λογής τέχνες και επιστήμες, οι θνητοί, όσο και αν προοδεύουν, δεν έχουν κατορθώσει να δαμάσουν τον τρόμο της πολυκέφαλης φθοράς τους. Και, είμαι βέβαιος, δεν θα το κατορθώσουν δυστυχώς ποτέ. Γι' αυτό, σεβαστή Θέμιδα, ο γιος σου ο Προμηθέας, ο αίτιος αυτής της αθλιότητας, θα κρέμεται στους αιώνες δεμένος ανάμεσα σε γη και ουρανό.»
Έτσι μίλησε ο γιος του Κρόνου. Kαι η Θέμιδα έμενε σιωπηλή, πονώντας βαθιά μέσα στην ψυχή της, έμενε όρθια μόνη εμπρός στον θρόνο του Δία.
Η σεβαστή Ήρα σηκώθηκε από την θέση της, πήρε την Θέμιδα κοντά της, της έδωσε σκαμνί χρυσό για να καθίσει και διέταξε την Ήβη να φέρει ένα ποτήρι κρασί να την κεράσει. Έσκυψε έπειτα η βασίλισσα του ουρανού προς την πλευρά της Αθηνάς· κάτι συζήτησαν για λίγο οι δυο τους· και τότε η Αθηνά, η θεά με τους λαμπρούς οφθαλμούς, άφησε τη θέση της, στάθηκε στο μέσον της ομήγυρης των θεών και, όρθια εμπρός στον θρόνο του Δία, τέτοιους λόγους του απηύθυνε:
«Πατέρα Δία, Κρονίδη, των θεών μέγιστε και άριστε, όσα είπες για την τρέλα του Προμηθέα είναι σωστά· όλα θα ήταν, αλήθεια, πιο ήσυχα και αμέριμνα στον κόσμο αν η Πανδώρα παρέμενε ένα σιωπηλό άγαλμα της Μητέρας Γης, κόσμημα στον οίκο σου. Όμως, καθώς φαίνεται, άλλη ήταν η βούληση των Μοιρών και γι' αυτό γέμισε η γη με ανθρώπους. Και είναι, επίσης, αλήθεια ότι όλοι οι θεοί και οι θεές όλες συμφωνήσαμε, παρά την μεγάλη μας λύπη και την ευγνωμοσύνη μας προς αυτόν που συνέβαλε με τις πολύτιμες υποδείξεις του στην ήττα του Κρόνου και των Τιτάνων, ότι ήταν δίκαιη η τιμωρία του Προμηθέα, αφού παρέβη την κοινή μας απόφαση και έγινε αίτιος της ανθρώπινης αθλιότητας. Θα μπορούσα, βέβαια, να παρουσιάσω επίσης, πατέρα Δία, την ανθρώπινη ομορφιά και την ανθρώπινη καλοσύνη, που απροσδόκητα βλασταίνουν μέσα στην αγωνία και γεννούν ελπίδες ακατανόητες. Ομορφιά, καλοσύνη και ελπίδες ασήμαντες συγκρινόμενες με τη δική μας θεϊκή μακαριότητα, οπωσδήποτε όμως κοσμούν, δεν βαρύνουν με την ύπαρξή τους την γη. Ας είναι. Όμως, μέγιστε και άριστε των θεών, σου υπενθυμίζω την οφειλόμενη στον Προμηθέα ευγνωμοσύνη. Και αν αυτή δεν αρκεί, σου υπενθυμίζω ακριβώς τον λόγο για τον οποίο ο Προμηθέας τιμωρείται: επειδή οι άνθρωποι δεν έχουν ακόμη κατορθώσει να δαμάσουν τον τρόμο της πολυκέφαλης φθοράς τους, στον οποίo οφείλεται η αθλιότητά τους. Αυτό, αντιλαμβάνομαι, σημαίνει ότι, αν κάποτε οι άνθρωποι καταφέρουν να βρουν το φάρμακο αυτού του τρόμου, αυτό σημαίνει, πατέρα Δία, ότι τότε θα είναι δυνατό να ελευθερωθεί ο Προμηθέας.»
Έτσι μίλησε η θεά με τους λαμπρούς οφθαλμούς. O Δίας έστρεψε για λίγο το βλέμμα προς την αδελφή και σύζυγό του, που απηύθυνε χαμηλόφωνα λόγους παρηγορητικούς προς την Θέμιδα. Έπειτα, αποκρινόμενος στην Αθηνά έτσι μίλησε:
«Αλήθεια, αγαπημένο μου παιδί, έτσι είναι όπως τα λες· αν κάποτε οι άνθρωποι καταφέρουν να βρουν το φάρμακο του τρόμου που γεννά στην ψυχή τους η πολυκέφαλη φθορά κι ο αφανισμός τους, τότε θα είναι δυνατό να ελευθερωθεί ο Προμηθέας. Όμως, κόρη μου, είμαι βέβαιος ότι δεν θα το κατορθώσουν ποτέ· το σώμα τους είναι ανίσχυρο και ο νους — α, κόρη μου, είναι ο νους φωτιά θεϊκή κλεισμένη σε περίβλημα φθαρτό που δύσκολα την υποφέρει. Και είναι κάποτε το πήλινο του ανθρώπου κορμί τόσο ανίσχυρο, που η φλόγα το τρώει από μέσα και, τρώγοντάς το, σβήνει και η ίδια, αφού ο φορέας της αδυνατεί να τη συντηρήσει· ο νους θολώνει, τυφλώνεται, ο άνθρωπος παραφρονεί, χάνεται στην έσχατη αθλιότητα και ζωντανός στον Άδη βυθίζεται.
Είναι πολύς χρόνος τώρα, θεοί, που σας έχω επιτρέψει να κατεβαίνετε από τον Όλυμπο στη σκοτεινή γη επίκουροι των ανθρώπων, όμως, το βλέπετε και σεις: τα δώρα σας δεν είναι μόνα τους ικανά να δικαιώσουν την ύπαρξή τους και να τους οδηγήσουν στην ευδαιμονία. Αν, όμως, τόσο πολύ το επιθυμείτε, εγώ δεν θα σας εμποδίσω από το να συνεχίσετε να βοηθάτε τους άθλιους θνητούς, ελπίζοντας ότι θα ανατείλει κάποτε ένας αιώνας καλύτερος από τούτον εδώ τον αργυρό αιώνα του ανθρώπινου γένους. Και αν κάποτε φανεί στη γη ο άνθρωπος που θα με πείσει ότι δάμασε τον τρόμο της φθοράς και του θανάτου, τότε, Ήρα και Αθηνά και Θέμι και σεις οι άλλοι θεοί, ορκίζομαι στα νερά της ιερής Στύγας ότι θα παραδεχθώ πως έσφαλε ο Δίας και έγινε δυνατό αυτό που τώρα θεωρώ αδύνατο, ορκίζομαι ότι τότε θα γίνει το θέλημά σας και θα επιτρέψω να ελευθερωθεί ο Προμηθέας.»

                                                                                                                                    Στην ανάμνηση της Α. 

[...]

Μιλά ο Προμηθέας. 

«Δία και σεις τα άλλα παιδιά της πανσέβαστης Ρέας, θυμηθείτε τις παμπάλαιες θεομαχίες μας: αν εγώ δεν είχα σταθεί στο πλευρό σας, ίσως ο ζηλωτής Κρόνος, ο τρομερός πατέρας που πάντα απειλεί να κλείσει μέσα στο πελώριο σώμα του όλους τους θεούς, τον ίδιο τον κόσμο, ίσως ο Κρόνος, αφού, Δία, σε νικούσε, να είχε ολοκληρώσει το σχέδιο που η μητέρα σου κάποτε εμπόδισε.
Χάρη στον έρωτα του Προμηθέα γίνατε Ολύμπιοι· χωρίς τον Προμηθέα και την Πανδώρα, θα είχατε παραμείνει ανώνυμα μέρη μιας ανώνυμης φύσης.
Οι Μοίρες θέλησαν, Δία, να γεμίσει η γη με ανθρώπους· η Τύχη, η Ανάγκη και, περισσότερο απ' όλες, η νεώτερη αδελφή τους, η Ελευθερία. 
Οι Μοίρες θέλησαν να γεννηθεί η Πανδώρα, γυναίκα αληθινή, όχι πήλινη εικόνα, άνθρωπος με τη φωτιά της ψυχής μες στα στήθη. Εφήμερη είναι αλήθεια η ζωή της, εφήμερη, το γνωρίζω, πάντα το γνώριζα, εφήμερη, εύθραυστη αλλά -γι'αυτό ακριβώς- τόσο πλούσια, περίπλοκη και γοητευτικά αντιφατική, τόσο πολύτιμη όσο κανενός αθανάτου, κανενός αγριμιού η ζωή.
Από το εργαστήριο του Ηφαίστου αναδύθηκαν πράγματα βουβά, όγκοι τυφλοί και άλογα γένη· τέλος, ένα άγαλμα εξαίσιο, λαμπρή εικόνα της Μητέρας Γης αλλά εικόνα και άγαλμα μόνο. Ο δικός μου ο έρωτας άναψε σπινθήρες ψυχής στο έργο του Ηφαίστου, ο έρωτάς μου έδωσε ζωή σε ένα ον διφυές, δισυπόστατο, σύμμαχό μας, Κρονίδη, όχι αντίπαλο: ο άνθρωπος δίνει φωνή και όψη και όνομα στο ανεκδήλωτο θείο, και ο θεός, εξαίσια εικονισμένος, έλκει τον άνθρωπο προς την τελειότητα.
Και έσμιξαν οι γιοι του Προμηθέα και της Πανδώρας με τις νύμφες της γης, οι κόρες μας έσμιξαν με τους σατύρους της: το θείο υπάρχει αδιαίρετα ενωμένο με το ζωώδες μέσα σε κάθε γυναίκα, μέσα σε κάθε άνδρα, μέσα σε όλες τις φυλές του ανθρώπινου γένους, φυλές ποικίλες, πολύχρωμες φωτιές που τρεμοσβήνουν σαν άστρα στη σκοτεινή γη, όπως ιριδίζουν μετά την καταιγίδα φύλλα και πετρώματα πλυμένα απ΄το νερό του ουρανού, όπως οι τελευταίες αιωρούμενες σταγόνες, όπως τα νερά του ποταμού που, φουσκωμένος από τη βροχή, ορμώντας μέσ' από τις χαράδρες, παρασέρνει τα πιο ποικίλα χώματα και βάφει τη θάλασσα στα πιο ποικίλα χρώματα...   
Ω Δία, τη γέννησή σου θυμήσου: χάρη στους ανθρώπους σώθηκες, Κρονίδη· όχι χάρη σ΄εκείνους τους συγκεκριμένους ανθρώπους, τους αγαπημένους σου Κουρήτες, αλλά χάρη στην ύπαρξη λόγου θεϊκού σαρκωμένου σε πρόσκαιρο σώμα. Δία, οι Μοίρες γνωρίζουν -ρώτα την αδελφή και σύζυγό σου, την Ήρα που φέρνει στον θρόνο σου τη φωνή τους- ότι, αν απομείνει χωρίς ανθρώπους ο κόσμος, ό,τι θείο υπάρχει στη φύση θα μείνει ανώνυμο, αλάτρευτο και σιωπηλό, αφόρητα μόνο.
Χάρη στους ανθρώπους ακούγεται στον κόσμο η φωνή μας· χάρη στους ανθρώπους φαίνεται στον κόσμο η όψη μας· είμαστε εκείνο που, μέχρι να δημιουργηθούν οι άνθρωποι, παρέμενε άδηλο ή ατελώς εκδηλούμενο στους βουβούς όγκους των βουνών, στο βουητό του σεισμού, στο τραγούδι του νερού, στο φτεροκόπημα των εντόμων, στων αγριμιών το ερωτικό κάλεσμα και τον επιθανάτιο ρόγχο. Και εσείς, τα παιδιά της πανσέβαστης Ρέας, χάρη στους ανθρώπους γίνατε Ολύμπιοι· γιατί, εσείς περισσότερο από μας τους Τιτάνες, περισσότερο από κάθε αόριστη δύναμη δαιμονική, γεννάσθε και επιφαίνεσθε εκεί όπου το βλέμμα του ενός ανθρώπου συναντά το βλέμμα του άλλου ανθρώπου, εκεί όπου το βλέμμα του ανθρώπου αγγίζει τη φύση, εκεί όπου η ανθρώπινη φωνή ονομάζει τα πράγματα. Επιφαίνεσθε, Ολύμπιοι, και οδηγείτε τον άνθρωπο προς τα ανθρωπινότερα όνειρά του.
Στον ανθρώπινο λόγο η έδρα των θεών, αλήθεια - εκεί ο Όλυμπός σου, ω Δία, που ζήτησες ν' αφανίσεις τον ονοματοδότη και λατρευτή σου.»

                                                                                                                                   Στον Γ. και την Μ.  











ΕΙΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΝ


Στα χέρια σού δώσαν τον Άδωνι, 
φύλαγέ του, θεά, τη μνήμη αθάνατη
βαθιά στον οίκο του Άδη, αδύναμος ίσκιος και όνειρο, 
χαρά της ζωής μας και δύναμη. 

Ό,τι τελειώνει στα χέρια σου έρχεται,
ό,τι απ΄το εφήμερο σώζεται, σχἠματα διάφανα, 
μνήμες θαμπές, του ανθρώπινου μύθοι, 
στην αυλή σου, κυρά, φυτρώνουν ασφόδελοι. 

Τρομερή Περσεφόνη και σεις οι άλλοι θεοί, 
δώστε μας γνώση και χρόνο
στάλα τη στάλα να πιούμε
τη ζωή που μας δόθηκε. 

                                            Στον Γ. 

10 Μαϊου 2011
μέρα μεσημέρι σκοτάδι 
στο κινητό μου
φως μαγικό μου





Ασφόδελος του Ξωμερίτη




Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010




Το τελευταίο αντίο, μου τό' πες απ΄το τραίνο
πριν πας στην παγωμένη τη χώρα του χιονιά
εκεί που αναστενάζουν κι όσοι αγαπούν σου μοιάζουν
γιατί με τους αγγέλους είσαστε μια γενιά.

Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο
στους Βίους των Αγίων, που ήταν αμαρτωλοί,
που πείνασαν γι' αγάπη, που δίψασαν γι' αγάπη
και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή.

Στίχοι του Μάνου Ελευθερίου τραγουδισμένοι από τον Γιώργο Νταλάρα σε μουσική του Διονύση Τσακνή.






ΕΣΥ : Έτσι όπως κάνεις έτσι όπως πας, το δρόμο χάνεις και παραπατάς. Mη μου ζορίζεσαι, πάει βαθιά η ρίζα του Ιεσσαί...

ΕΓΩ: Το ευχαριστώ που σου χρωστώ είναι βαθύ, βαθύτερο απ' τον έρωτα. Kι όμως αυτό το ευχαριστώ δεν έχω βρει τα λόγια να σ' το πω.

ΕΣΥ: Να μην τρομάζεις, μη σταματάς, μπρος να κοιτάζεις και να μ' αγαπάς. Μην απελπίζεσαι, είναι βαθιά η ρίζα του Ιεσσαί... Να μην τρομάζεις, να μ' αγαπάς, μπρος να κοιτάζεις, να μην απελπίζεσαι, κι όταν δειλιάζεις και δε τολμάς, να μ' αγκαλιάζεις και να προχωράς.

ΕΓΩ: Το ευχαριστώ που σου χρωστώ είναι βαθύ, βαθύτερο απ' τον έρωτα. Tο σ' αγαπώ αυτό... Ακόμα ψάχνω τρόπο να σ' το πω. Το ευχαριστώ που σου χρωστώ είναι βαθύ, βαθύτερο απ' τον έρωτα. Κι όμως αυτό το ευχαριστώ δεν έχω βρει τον τρόπο να σ' το πω.

Στίχοι του Άρη Δαβαράκη, τραγουδισμένοι από την Έλλη Πασπαλά
σε μουσική του Νίκου Αντύπα


















Κυριακή 25 Απριλίου 2010

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΗ ΛΕΚΑΤΣΑ -20ός αιώνας


Μανία

     Η φυσική ζωή του πρωτόγονου, η ακέραιη βίωση των αρχών της κοινωνικής του ζωής κι ο ισοκρατικός χαρακτήρας της φυλετικής κοινωνίας [1] θα σιγουρεύαν τους όρους της ψυχικής και διανοητικής του υγείας, αν δεν τα αντιμάχουνταν η αδυναμία του να ξεχωρίζει το πραγματικό από το φανταστικό και η δύναμη της αυθυποβολής του. Ο ταυτισμός του φανταστικού με το πραγματικό, ο κύριος αυτός όρος και της μαγικής του τεχνικής, κρατεί σ'αέναο παροξυσμό τη φαντασία του· η ενάργεια της φαντασίας του, συνδυασμένη με τις εξωλογικές τροπές του στοχασμού, κάνει την αυθυποβολή του τρομαχτική· κ'η συνείδηση, τέλος του Εγώ ή λείπει ολότελα στ'αρχαιότερα στάδια ή μόλις και θαμποχαράζει. Ανάμεσα σε μια νόηση αέναα ξεκλειδωμένη από τη φαντασίωση και σε μια ψυχικότητα αέναα αναστατωμένη από την αυθυποβολή, η μετάσταση από τη συνείδηση στην παράκρουση κι αυτόματη και πολυσύχναστη είναι. Ο άνθρωπος έτσι των χαμηλότερων σταδίων, αγκαλά [2] κ΄έξω από τη σύγκρουση του φυσικού και κοινωνικού νόμου, συχνά παρουσιάζει υστερικούς και παρανοϊκούς παροξυσμούς, ατομικούς ή ομαδικούς, από τις μαλακές ίσαμε τις δεινότερες μορφές τους. Οι ανωμαλίες αυτές αποδίνουνται, γενικά, ή στην παράβαση κάποιου ταμπού, που αδειάζει κάποιο μυστικό δυναμισμό, ή στην ενέργεια πνευμάτων ή θεών που κρούνε [3] μ΄επιρροές ή κυριεύουν και διακατέχουν. Ορισμένες περιστάσεις είναι εξαιρετικά πρόσφορες για τις ανωμαλίες αυτές, που οι Έλληνες τις περιλαβαίνουν στον γενικό όρο μανία.  
Από τον Διόνυσο του Παναγή Λεκατσά,
εκδ. Εταιρείας Σπουδών Σχολής Μωραϊτη,
Αθήνα 1985, σ. 37

[1] ισοκρατική η κοινωνία, της οποίας όλα τα μέλη κατέχουν ίσο μερίδιο στην εξουσία· φαίνεται να αντικαθιστά τον κοινό-τερο όρο δημοκρατικός, γιατί, αναφερόμενος σε πρωτόγονες κοινωνίες, θα αποτελούσε αναχρονισμό, καθώς η δημοκρατία προϋποθέτει την ταξική διαφοροποίηση και την επιβολή της εξουσίας του δήμου, των πολλών, επί των ολίγων, διαφορο-ποίηση που εύλογα εικάζεται πως δεν υπήρχε στις πρωτόγο-νες κοινωνίες. 
[2] αγκαλά = αν και, μολονότι. 
[3] που κρούνε = που πλήττουν, από το κρούω

O Παναγής Λεκατσάς (1911-1970), γόνος φτωχής και πολυμελούς οικογένειας, έδειξε από μικρός έφεση για τα Γράμματα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Aρχαιοελληνική και Pωμαϊκή Iστορία. Σπούδασε ωστόσο Nομικά, παρόλο που η επιστήμη αυτή ποτέ δεν τον συγκίνησε. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια άρχισε να μελετά την αρχαιοελληνική γραμματολογία και το 1933 δημοσίευσε το πρώτο του έργο: Συμβολή στη διαλεκτική ιστορία της φιλοσοφίας. Aπό τότε, και μέχρι το θάνατό του, δεν έπαψε να συγγράφει, ανοίγοντας νέους δρόμους όχι μόνο για τις φιλολογικές επιστήμες, αλλά κυρίως για τις αδιαμόρφωτες ακόμα τότε στην Eλλάδα επιστήμες της Eθνολογίας και της Θρησκειολογίας. Παράλληλα, αναδείχτηκε σε έναν από τους πλέον επιφανείς διανοούμενους της ελληνικής Aριστεράς, συγκεντρώνοντας πάντως, συχνά, τα κριτικά πυρά διακεκριμένων ομοϊδεατών του (όπως του Δ. Γληνού, του I. Kορδάτου και του T. Bουρνά). Έργα του Παναγή Λεκατσά είναι, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω (τα περισσότερα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, από την ιστοσελίδα των οποίων προέρχεται το ανωτέρω βιογραφικό σημείωμα): Η καταγωγή των Θεσμών, των Εθίμων και των Δοξασιών (1951), Η Ψυχή (1958), Έρως (1963), Η Μητριαρχία (1970), Ο Διόνυσος (1971), Η Πολιτεία του Ήλιου (1977), Το Κάλεσμα της Θεονύφης (1980), Το Θείον Βρέφος (1996). Ο Παναγής Λεκατσάς τελείωσε τον Διόνυσό του στα τέλη Αυγούστου του 1970 και λίγες ημέρες μετά, στις 6 Σεπτεμβρίου, πέθανε σχεδιάζοντας την εκδοτική μορφή του βιβλίου και δίνοντας γραπτές οδηγίες για το τύπωμά του. 

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ

Πώς να μιλήσει κανείς σήμερα για τον θεό;

ΑΠΟΛΛΩΝ ΤΗΣ ΚΛΑΡΟΥ
Το μαντείο του Κλαρίου Απόλλωνος <κοντά στην Κολοφώνα της Μικράς Ασίας> είναι το μόνο που <κατά τους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους> δεχόταν αποστολές από απομακρυσμένες πόλεις, από τη Συρία ως τη Μοισία [1], και οι χρησμοί του είχαν απήχηση σε ακόμη ευρύτερο κύκλο, που κάλυπτε τις δυτικές κτήσεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η επιτυχία του υπήρξε αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εξειδικεύθηκε να δίνη οδηγίες για τον τρόπο προσφοράς θυσιών και για την αφιέρωση αγαλμάτων σε θεούς και να απαντά σε ερωτήσεις θεολογικού περιεχομένου. […] Επίσης, μνημονεύεται χρησμός του ίδιου μαντείου:

ΦΡΑΖΕΟ ΤΟΝ ΠΑΝΤΩΝ ΥΠΑΤΟΝ ΘΕΟΝ ΕΜΜΕΝ ΙΑΩ,
ΧΕΙΜΑΤΙ ΜΕΝ ΑΪΔΗΝ, ΔΙΑ Δ' ΕΙΑΡΟΣ ΑΡΧΟΜΕΝΟΙΟ,
ΗΕΛΙΟΝ ΔΕ ΘΕΡΕΥΣ, ΜΕΤΟΠΩΡΟΥ Δ' ΑΒΡΟΝ ΙΑΩ.

Μάθε ότι ανώτερος απ΄όλους τους θεούς είναι ο Ιαώ,
Άδης τον χειμώνα, Ζευς στην αρχή της ανοίξεως,
Ήλιος το καλοκαίρι, αβρός Ιαώ το φθινόπωρο.

Ιαώ είναι ο Ιεχωβά, ο θεός των Ιουδαίων· φαίνεται λοιπόν ότι ο χρησμός αυτός ζητήθηκε από μια ή περισσότερες ιουδαϊκές κοινότητες της Μικράς Ασίας. […] Πολύ σημαντικός από θεολογική άποψη είναι και ένας άλλος χρησμός του μαντείου της Κλάρου, που δόθηκε ως απάντηση στο ερώτημα ποιος είναι ο θεός και πώς μπορεί να ορισθή:

ΑΥΤΟΦΥΗΣ, ΑΔΙΔΑΚΤΟΣ, ΑΜΗΤΩΡ, ΑΣΤΥΦΕΛΙΚΤΟΣ,
ΟΥΝΟΜΑ ΜΗΔΕ ΛΟΓΩι ΧΩΡΟΥΜΕΝΟΣ, ΕΝ ΠΥΡΙ ΝΑΙΩΝ
ΤΟΥΤΟ ΘΕΟΣ· ΜΙΚΡΑ ΔΕ ΜΕΡΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ ΗΜΕΙΣ.

Αυτός ο χρησμός, συνταγμένος με όρους και διατυπώσεις νεοπλατωνικής και ερμητικής προελεύσεως, λέει ότι ο θεός είναι αυτοδημιούργητος, αγέννητος, αδίδακτος, άφθαρτος, ανώνυμος, κατοικεί στο πυρ, και ότι οι ελληνικοί θεοί, ακόμη και ο Απόλλων, ο κύριος του μαντείου, είναι τμήματα του θεού και απεσταλμένοι του στη γη.

Από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους 
της Εκδοτικής Αθηνών,
Αθήνα 1976, τ. ΣΤ', σ. 495

[1] Μοισία είναι το όνομα της ρωμαϊκής επαρχίας που περιελάμβανε τις χώρες νοτίως του Ίστρου/Δούναβη, από τη συμβολἠ του με τον Δρίνο μέχρι τις εκβολές του στον Εύξεινο Πόντο, έως τα όρη Αίμος και Σκάρδος (περίπου η σημερινή Βόρεια Βουλγαρία με μέρος της Σερβίας και της Βόρειας  Μακεδονίας).

ΑΡΝΟΛΝΤ ΤΟΫΝΜΠΗ
[…] Ο χριστιανισμός κληρονόμησε από τον ιουδαϊσμό την πίστη σε ένα μοναδικό υπερβατικό θεό, που έχει δημιουργήσει το σύμπαν, μαζί και τον άνθρωπο, και που έχει παραχωρήσει στον άνθρωπο το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται ολόκληρο τον μη ανθρώπινο χώρο της φύσεως. Η υποτιθέμενη εντολή του θεού στον άνθρωπο είναι γραμμένη στον εικοστό όγδοο στίχο του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως: ΑΥΞΑΝΕΣΘΕ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΕΣΘΕ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΥΡΙΕΥΣΑΤΕ ΤΗΝ ΓΗΝ. Ο Γιαχβέ εκδίωξε όλους τους άλλους θεούς και προέτρεψε τον άνθρωπο να ιδιοποιηθεί τις εκκενωθείσες επικράτειες αυτών των θεών. […]
Η εντολή του Γιαχβέ στον άνθρωπο ήταν ακίνδυνη όσο ο άνθρωπος βρισκόταν αβοήθητος στο έλεος της μη ανθρώπινης φύσεως. Ωστόσο, από την αρχή της πρώιμης παλαιολιθικής εποχής, ίσως εβδομήντα με σαράντα χιλιάδες χρόνια πριν, η ισορροπία δυνάμεων άλλαζε υπέρ του ανθρώπου. Άλλαζε με επιταχυνόμενο ρυθμό και, από την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης, πριν διακόσια περίπου χρόνια, η επιτάχυνση έχει γίνει πολύ μεγαλύτερη. Το 1974 η ισορροπία έχει τελείως ανατραπεί, και ο άνθρωπος μόλις τώρα αφυπνίζεται και αντιλαμβάνεται την ειρωνική και ανησυχητική αλήθεια, ότι η νίκη του επάνω στη μη ανθρώπινη φύση τον απειλεί με αυτοκαταστροφή. Ο θρίαμβος της ανθρώπινης τεχνολογίας έχει μειώσει τον ρυθμό της ανθρώπινης θνησιμότητας αλλά αυξάνει τον ρυθμό θνησιμότητας για τις περισσότερες άλλες μορφές ζωής· κατανάλωσε αναντικατάστατους φυσικούς πόρους· και έχει μολύνει την πενιχρή βιόσφαιρα. Αυτός ο αυτοκαταστροφικός θρίαμβος της τεχνολογίας ήταν ο καρπός του ιουδαϊκού μονοθεϊσμού· γιατί η θρησκεία αυτή εξόρισε το θείον από την φύση και άφησε έκθετη την μη ανθρώπινη φύση στην άπληστη εκμετάλλευση του ανθρώπου, για τον αφανισμό του ίδιου του ανθρώπου, με την άδεια ενός υποθετικού, μοναδικού, υπερβατικού, παντοδύναμου θεού.
Το αντίδοτο στο μονοθεϊσμό είναι ένας πολυθεϊσμός που θα αναγνωρίζει ότι η μη ανθρώπινη φύση είναι θεία και ότι, συνεπώς, έχει θεία δικαιώματα, τα οποία ο άνθρωπος παραβιάζει με κίνδυνο για τον ίδιο. Η λατρεία των θεϊκών δυνάμεων που εγκατοικούν στη μη ανθρώπινη φύση είναι η παλαιότερη μορφή ανθρώπινης θρησκείας από την οποία έχει επιζήσει κάποια μαρτυρία. Η θρησκεία αυτή είχε σχέση με τις πραγματικότητες της <ανθρώπινης> ζωής κατά την ύστερη παλαιολιθική εποχή· ξαναπέκτησε σχέση με τις πραγματικότητς της <ανθρώπινης> ζωής το μεταχριστιανικό 1974. Καθώς η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ανθρώπου και μη ανθρώπινης φύσης μεταβάλλεται, οι θεοί, που αρχικά παρίσταναν απόκοσμες φυσικές δυνάμεις, εκπορνεύτηκαν για να δηλώσουν μη ηθικούς οργανισμούς της συλλογικής ανθρώπινης δύναμης, όπως αυτοί παρουσιάζονται στις μορφές των κρατών, προτού αυτοί οι θεοί εκδιωχθούν στο limbo από τον Γιαχβέ του χριστιανισμού και του DaralIslam, της Επικράτειας της Ορθής ―ισλαμικής― Πίστης.
Ο Πλήθων είχε το θάρρος να ξαναθυμίσει αυτούς τους εξορισμένους θεούς. Επιπλέον, στην επιδέξια πραγμάτευσή του της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, την οποία αυτός λάτρευε, είχε την διόραση να εξαγνίσει τους θεούς από την δυσοίωνή τους «πολιτικοποίηση» και να τους παρουσιάσει στον αρχικό αυθεντικό τους ρόλο, ως συμβόλων του θείου που εγκρύπτεται στη μη ανθρώπινη φύση. Στην πραγματικότητα, ο Πλήθων καθαγίασε ξανά τη μη ανθρώπινη φύση και, επομένως, επέβαλε ξανά στην ανθρώπινη απληστία το αρχέγονο χαλινάρι του δέους. Στα μέσα του δέκατου πέμπτου μεταχριστιανικού αιώνα, αυτό το χαλινάρι ήταν ακόμη περιττό. Στα τέλη του εικοστού αιώνα, η εκπληκτική πρόοδος της ανθρώπινης τεχνολογίας έχει καταστήσει εν τω μεταξύ το ξαναζωντάνεμα αυτού του αρχέγονου χαλιναριού την τελευταία σανίδα σωτηρίας για μια γενιά ανθρώπων που απειλούνται τώρα με το ναυάγιο, όχι πια ενός ιδιαίτερου τοπικού πολιτισμού, αλλά της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Το 1974 η «σαπρά ανοησία των Ελλήνων» ―δηλαδή η αρχική θρησκεία όλης της ανθρωπότητας― έχει γίνει για τους ανθρώπους που ζουν σήμερα, μια σοβαρή εναλλακτική λύση στο πρόβλημα της επερχόμενης καθολικής γενοκτονίας. Στη Φλωρεντία το 1439 ο Πλήθων προέβλεπε ότι σε «λίγα χρόνια» ούτε ο χριστιανισμός ούτε το Ισλάμ αλλά η δική του εκδοχή για την προχριστιανική θρησκεία θα ήταν η καθολική θρησκεία της ανθρωπότητας. Η λέξη «λίγα» είναι μια σχετική λέξη. Στη χρονική κλίμακα της ανθρώπινης ιστορίας, ένα χρονικό διάστημα πεντακοσίων τριάντα πέντε ετών είναι τόσο σύντομο όσο το ανοιγοκλείσιμο του ματιού. Το 1974 η πρόβλεψη του Πλήθωνος δεν ηχεί πια τόσο παράλογη όσο θα πρέπει να ηχούσε το 1439 στα αυτιά του Γεωργίου του Τραπεζουντίου.
Μήπως τότε στην εποχή μας θα πρέπει να κατεβάσουμε τον ισχυρό Γιαχβέ από τον θρόνο του και να ξαναλατρέψουμε έναν θίασον αρχαιοτέρων θεοτήτων; Τον μεγάλο Πάνα (έναν παλαιότερο Κύριον), και ίσως τον Πρίαπο και τον Διόνυσο―Σαβάζιο επίσης, καθώς και τις λιγότερο σκανδαλιστικές συντρόφους τους Δήμητρα και Αθηνά; Μήπως θα πρέπει να παλινορθωθεί η δίχηλος οπλή και ο φαλλός του Σαβάζιου; Η αναγέννηση της προχριστιανικής και προμουσουλμανικής φυσικής θρησκείας, που επεχείρησε ο Πλήθων, μπορεί να αποδειχθεί τόσο συγκλονιστική για τους ορθολογιστές του εικοστού αιώνα στην Δύση, όσο ήταν για τον οικουμενικό πατριάρχη Γεννάδιο τον δέκατο πέμπτο αιώνα.
Ωστόσο, η λατρεία της φύσεως δεν έχει ποτέ εκριζωθεί στην Ινδία ή στην ανατολική Ασία. Και οι δύο αυτές ανατολικές περιοχές, μαζί, αποτελούν τον τόπο κατοικίας του μισού, πάνω κάτω, πληθυσμού της ανθρωπότητας. Η δύναμη ενός θεού αποδεικνύεται από την ικανότητά του να εκδικείται τα ανθρώπινα όντα που την αμφισβητούν. Αυτό είναι το μέσο με το οποίο ο Διόνυσος έκανε τον Πενθέα να γνωρίσει ποιος ήταν και τι ήταν. Στις ημέρες μας η Μητέρα Γη άρχισε να αποδεικνύει στον σύγχρονο άνθρωπο ότι δεν μπορεί να παραβιάζει το βασίλειό της, την βιόσφαιρα, ατιμωρητί. Ο Γιαχβέ μπορεί να έδωσε την άδεια στον άνθρωπο να καθυποτάξει τη Μεγάλη Μητέρα· αλλά η εντολή του Γιαχβέ δεν δικαιολογεί, στα μάτια αυτής της θεάς, τις βέβηλες ελευθερίες που ο εντολοδόχος του Γιαχβέ, ο Αδάμ, πήρε μόνος του απέναντί της. Ανάμεσα στους θεούς, όπως και ανάμεσα στα ανθρώπινα κράτη, η ισχύς είναι η ultima ratio, το έσχατο επιχείρημα. Στη σημερινή σύγκρουση μεταξύ των χθονίων θεών και του κεραυνούχου από το Σινά, νοιώθουν οι πρώην χριστιανοί ορθολογιστές την σιγουριά ότι ο Γιαχβέ θα επικρατήσει; Αν εμείς αμφιβάλλουμε, θα είναι απερισκεψία να αψηφήσουμε ως «σαπρά ανοησία των Ελλήνων» μια θρησκεία που ήταν ήδη πάρα πολύ παλιά την εποχή που ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και το ισλάμ ακούστηκαν για πρώτη φορά.      

Από το Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους 
του Άρνολντ Τόυνμπη, μετάφραση Νίκου Γιανναδάκη,
εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου―Μ.Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992
(οι τελευταίες παράγραφοι του βιβλίου)   


ΜΑΡΡΕΫ ΜΠΟΥΚΤΣΙΝ
   Δεν είναι λογικό να αναρωτηθούμε γιατί ο φυσικός κόσμος χρειάζεται να εποικιστεί με γήινους θεούς και θεές, όταν η φυσική εξέλιξη διαθέτει μια θαυμάσια δική της δύναμη που δημιουργεί μια τόσο πλούσια και θαυμαστή ποικιλία έμβιων όντων; Δεν αρκεί αυτό από μόνο του για να γεμίσει τον ανθρώπινο νου με θαυμασμό και σέβας; Η εισαγωγή στον φυσικό κόσμο θεοποιημένων μορφών που έχουν δημιουργηθεί από την ανθρώπινη φαντασία, εν ονόματι της οικολογικής «πνευματικότητας», δεν είναι άραγε η πιο χοντροκομμένη μορφή «ανθρωποκεντρισμού» (για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη για την προβολή του ανθρώπινου στο φυσικό που προκαλεί τόσο αποτροπιασμό στα οικολογικά κινήματα); 




   Η λατρεία ή η απόδοση τιμών σε οποιοδήποτε ον, είτε φυσικό είτε υπερφυσικό, θα αποτελεί πάντα μια μορφή αυτοϋποταγής και δουλείας, που τελικά καταλήγει στην κοινωνική κυριαρχία, ανεξάρτητα από το αν αυτό γίνεται στο όνομα της φύσης, της κοινωνίας, του γένους ή της θρησκείας. Πολλοί είναι οι πολιτισμοί που κατακλύστηκαν από «θεότητες της φύσης», οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν κατά κυνικό τρόπο από τις ηγετικές ελίτ για στηρίξουν τις πλέον αυστηρές, καταπιεστικές και απάνθρωπες κοινωνικές ιεραρχίες. Τη στιγμή που τα ανθρώπινα όντα θα γονατίζουν μπροστά σε οτιδήποτε «ανώτερο» από αυτά, η ιεραρχία θα καταγράφει τον πρώτο θρίαμβό της επί της ελευθερίας και οι άνθρωποι θα είναι έτοιμοι να σηκώσουν όλα τα βάρη που μπορεί να τους επιβάλει η κοινωνική κυριαρχία. 


Από το Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία 
του Μάρρεϋ Μπούκτσιν, μετάφραση Τάσου Κυπριανίδη, 
εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1993
(απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου,
η πρώτη έκδοση του οποίου έγινε στις Η.Π.Α. το 1989
από τον εκδοτικό οίκο Black Rose Books 
του Δημήτρη Ρουσσόπουλου).

ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΝΤΩΚΙΝΣ 
   Μία από τις μανιωδώς μνημονευόμενες παρατηρήσεις του Αϊνστάιν είναι η εξής: «Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι χωλή, ενώ η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή». Ο Αϊνστάιν όμως είπε επίσης: «Φυσικά τα όσα διαβάσατε για τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις ήταν ψέματα, ψέματα που επαναλαμβάνονται συστηματικά. Δεν πιστεύω σε κανέναν προσωπικό θεό και ποτέ δεν το αρνήθηκα -αντιθέτως, το έχω μάλιστα εκφράσει σαφέστατα. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που να μπορεί να ονομαστεί θρησκευτικό, αυτό είναι ο απεριόριστος θαυμασμός μου για τη δομή του κόσμου, όπως μας την αποκαλύπτει η επιστήμη.» 
   Μήπως φαίνεται ότι ο Αϊνστάιν έπεφτε σε αντιφάσεις; Ότι από τα λόγια του θα μπορούσαν να τσιμπολογηθούν ρήσεις για να υποστηριχθούν και οι δύο πλευρές της αντιπαράθεσης; Όχι. Με τη λέξη «θρησκεία» ο Αϊνστάιν εννοούσε κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που κατά σύμβαση εννοείται. Καθώς λοιπόν θα προχωρώ στην αποσαφήνιση της διάκρισης μεταξύ υπερφυσικής θρησκείας από τη μία πλευρά και αϊνσταϊνείου θρησκείας από την άλλη, ας έχετε υπόψη σας ότι θεωρώ μόνο τους υπερφυσικούς θεούς αυταπάτες. 
   Στη συνέχεια παραθέτω μερικές ρήσεις του Αϊνστάιν, για να πάρετε μια γεύση της αντίληψής του περί θρησκείας. 
   «Είμαι ένας βαθιά θρησκευόμενος άπιστος. Πρόκειται για ένα κάπως νέο είδος θρησκείας.»
   «Ποτέ δεν έχω αποδώσει στη Φύση κάποιο σκοπό ή επιδίωξη, ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να εκληφθεί ως ανθρωπομορφικό. Στη Φύση βλέπω μια μεγαλειώδη δομή την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε μόνο πολύ ατελώς, και τούτο θα έπρεπε να γεμίζει οποιονδήποτε σκεπτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Αυτό είναι ένα γνήσια θρησκευτικό συναίσθημα και δεν έχει καμία σχέση με τον μυστικισμό.»
   «Η ιδέα ενός προσωπικού θεού μού είναι εντελώς ξένη -και μου φαίνεται έως και αφελής.»
[...] 
   Μόνο σε ένα πράγμα είχαν δίκιο όλοι οι θεϊστές επικριτές του Αϊνστάιν: ότι δεν ήταν δικός τους. Είχε επανειλημμένα εκφράσει την αγανάκτησή του όταν τον παρουσίαζαν ως θεϊστή. Τελικά, ήταν άραγε ντεϊστής, όπως ο Βολταίρος και ο Ντιντερό; Ή μήπως πανθεϊστής, όπως ο Σπινόζα, του οποίου θαύμαζε τη φιλοσοφία; «Πιστεύω στον θεό του Σπινόζα, ο οποίος αποκαλύπτεται στην τάξη και την αρμονία όσων υπάρχουν, και όχι σε ένα θεό ασχολούμενο με το πεπρωμένο και τις πράξεις των ανθρώπων» είχε δηλώσει κάποτε. 
   Ας θυμηθούμε την ορολογία. 
   Ένας θεϊστής πιστεύει στην ύπαρξη μιας υπερφυσικής διάνοιας, η οποία, εκτός από το κύριο έργο της, τη δημιουργία του σύμπαντος, εξακολουθεί να «κυκλοφορεί ανάμεσά μας», για να επιβλέπει και να επηρεάζει το πεπρωμένο της αρχικής της δημιουργίας. Σε πολλά θεϊστικά συστήματα πίστης, η θεότητα έχει ενεργή ανάμειξη στις ανθρώπινες υποθέσεις. Ο θεός αποκρίνεται σε προσευχές, συγχωρεί ή τιμωρεί αμαρτίες, παρεμβαίνει στον κόσμο κάνοντας θαύματα, χολοσκάει για τις καλές και τις κακές μας πράξεις, και ξέρει πότε τις κάνουμε (ή ακόμη και πότε σκεπτόμαστε να τις κάνουμε). 
   Ο ντεϊστής πιστεύει και εκείνος σε μια υπερφυσική διάνοια, της οποίας ωστόσο οι δραστηριότητες περιορίστηκαν πρωτίστως στον καθορισμό των νόμων που κυβερνούν το σύμπαν. Ο ντεϊστικός θεός δεν παρεμβαίνει πλέον -και πάντως δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για τις ανθρώπινες υποθέσεις. 
   Οι πανθεϊστές δεν πιστεύουν καθόλου στην ύπαρξη οποιουδήποτε υπερφυσικού θεού αλλά χρησιμοποιούν τη λέξη «θεός» ως ένα μη υπερφυσικό συνώνυμο για τη φύση ή το σύμπαν ή για τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία του. Οι ντεϊστές διαφέρουν από τους θεϊστές κατά το ότι ο θεός τους δεν απαντά σε προσευχές, δεν ενδιαφέρεται για αμαρτίες ή για εξομολογήσεις, δεν διαβάζει τις σκέψεις μας και δεν παρεμβαίνει με καπριτσιόζικα θαύματα. Οι ντεϊστές διαφέρουν από τους θεϊστές κατά το ότι ο θεός των ντεϊστών είναι ένα είδος κοσμικής διάνοιας και όχι το μεταφορικό ή το ποιητικό συνώνυμο των πανθεϊστών για τους νόμους του σύμπαντος. Ο πανθεϊσμός είναι φτιασιδωμένος αθεϊσμός. Ο ντεϊσμός είναι νερωμένος θεϊσμός. 
[...]
   Ο Αϊνστάιν χρησιμοποιούσε τη λέξη «θεός» με έναν καθαρά μεταφορικό, ποιητικό τρόπο
[...]
   Ο Καρλ Σαγκάν το διατύπωσε ωραία: «[...] αν με τη λέξη "θεός" εννοεί κανείς το σύνολο των φυσικών νόμων που διέπουν το σύμπαν, τότε, ολοφάνερα, υπάρχει τέτοιος θεός. Αυτός όμως ο θεός δεν ικανοποιεί συναισθηματικές ανάγκες [...] δεν έχει και πολύ νόημα να προσευχηθείς στον νόμο της βαρύτητας».  


Από το Η περί θεού αυταπάτη του Ρίτσαρντ Ντώκινς, 
συλλογική μετάφραση, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 2007, 
σσ. 36-37 και 39-40

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΛΦΑΣ 
Η λέξη «θεός», σε φιλοσοφικά συμφραζόμενα, δεν χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό από τον Πλάτωνα αλλά ως επίθετο. Σημαίνει «άριστος», «τέλειος», «αθάνατος». Δεν υπάρχει κάποια διακριτή οντότητα στο πλατωνικό σύστημα που να σηματοδοτείται αποκλειστικά με τη λέξη «θεός». 
   «Θεός» μπορεί να είναι μια Ιδέα, μια ψυχή, ο νους, ο κόσμος, ένα αίτιο, ένα άστρο. Το θεϊκό στοιχείο στον άνθρωπο είναι αυτό που τον κάνει άριστο[1]. Δηλαδή η κυριαρχία του νου στην ψυχή. Άρα θείο μέρος της ψυχής είναι ο νους, θνητά μέρη είναι ο θυμός και η επιθυμία. 

Από το Πλάτωνος Τίμαιος
εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Βασίλη Κάλφα, 
εκδ. Πόλις, Αθήνα 1998, σ. 99


[1] Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε -χωρίς πλέον αναφορά στον Πλάτωνα: Θεϊκό στοιχείο στον κόσμο είναι ό,τι κάνει τον άνθρωπο ανθρωπινότερο, άριστα ανθρώπινο.