Πώς να μιλήσει κανείς σήμερα για τον θεό;
ΑΠΟΛΛΩΝ ΤΗΣ ΚΛΑΡΟΥ
ΑΠΟΛΛΩΝ ΤΗΣ ΚΛΑΡΟΥ
Το μαντείο του Κλαρίου Απόλλωνος <κοντά στην Κολοφώνα της Μικράς Ασίας> είναι το μόνο που <κατά τους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους> δεχόταν αποστολές από απομακρυσμένες πόλεις, από τη Συρία ως τη Μοισία [1], και οι χρησμοί του είχαν απήχηση σε ακόμη ευρύτερο κύκλο, που κάλυπτε τις δυτικές κτήσεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η επιτυχία του υπήρξε αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εξειδικεύθηκε να δίνη οδηγίες για τον τρόπο προσφοράς θυσιών και για την αφιέρωση αγαλμάτων σε θεούς και να απαντά σε ερωτήσεις θεολογικού περιεχομένου. […] Επίσης, μνημονεύεται χρησμός του ίδιου μαντείου:
ΦΡΑΖΕΟ ΤΟΝ ΠΑΝΤΩΝ ΥΠΑΤΟΝ ΘΕΟΝ ΕΜΜΕΝ ΙΑΩ,
ΧΕΙΜΑΤΙ ΜΕΝ ΑΪΔΗΝ, ΔΙΑ Δ' ΕΙΑΡΟΣ ΑΡΧΟΜΕΝΟΙΟ,
ΗΕΛΙΟΝ ΔΕ ΘΕΡΕΥΣ, ΜΕΤΟΠΩΡΟΥ Δ' ΑΒΡΟΝ ΙΑΩ.
Μάθε ότι ανώτερος απ΄όλους τους θεούς είναι ο Ιαώ,
Άδης τον χειμώνα, Ζευς στην αρχή της ανοίξεως,
Ήλιος το καλοκαίρι, αβρός Ιαώ το φθινόπωρο.
Ιαώ είναι ο Ιεχωβά, ο θεός των Ιουδαίων· φαίνεται λοιπόν ότι ο χρησμός αυτός ζητήθηκε από μια ή περισσότερες ιουδαϊκές κοινότητες της Μικράς Ασίας. […] Πολύ σημαντικός από θεολογική άποψη είναι και ένας άλλος χρησμός του μαντείου της Κλάρου, που δόθηκε ως απάντηση στο ερώτημα ποιος είναι ο θεός και πώς μπορεί να ορισθή:
ΑΥΤΟΦΥΗΣ, ΑΔΙΔΑΚΤΟΣ, ΑΜΗΤΩΡ, ΑΣΤΥΦΕΛΙΚΤΟΣ,
ΟΥΝΟΜΑ ΜΗΔΕ ΛΟΓΩι ΧΩΡΟΥΜΕΝΟΣ, ΕΝ ΠΥΡΙ ΝΑΙΩΝ
ΤΟΥΤΟ ΘΕΟΣ· ΜΙΚΡΑ ΔΕ ΜΕΡΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ ΗΜΕΙΣ.
Αυτός ο χρησμός, συνταγμένος με όρους και διατυπώσεις νεοπλατωνικής και ερμητικής προελεύσεως, λέει ότι ο θεός είναι αυτοδημιούργητος, αγέννητος, αδίδακτος, άφθαρτος, ανώνυμος, κατοικεί στο πυρ, και ότι οι ελληνικοί θεοί, ακόμη και ο Απόλλων, ο κύριος του μαντείου, είναι τμήματα του θεού και απεσταλμένοι του στη γη.
Από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
της Εκδοτικής Αθηνών,
της Εκδοτικής Αθηνών,
Αθήνα 1976, τ. ΣΤ', σ. 495
[1] Μοισία είναι το όνομα της ρωμαϊκής επαρχίας που περιελάμβανε τις χώρες νοτίως του Ίστρου/Δούναβη, από τη συμβολἠ του με τον Δρίνο μέχρι τις εκβολές του στον Εύξεινο Πόντο, έως τα όρη Αίμος και Σκάρδος (περίπου η σημερινή Βόρεια Βουλγαρία με μέρος της Σερβίας και της Βόρειας Μακεδονίας).
ΑΡΝΟΛΝΤ ΤΟΫΝΜΠΗ
[…] Ο χριστιανισμός κληρονόμησε από τον ιουδαϊσμό την πίστη σε ένα μοναδικό υπερβατικό θεό, που έχει δημιουργήσει το σύμπαν, μαζί και τον άνθρωπο, και που έχει παραχωρήσει στον άνθρωπο το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται ολόκληρο τον μη ανθρώπινο χώρο της φύσεως. Η υποτιθέμενη εντολή του θεού στον άνθρωπο είναι γραμμένη στον εικοστό όγδοο στίχο του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως: ΑΥΞΑΝΕΣΘΕ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΕΣΘΕ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΥΡΙΕΥΣΑΤΕ ΤΗΝ ΓΗΝ. Ο Γιαχβέ εκδίωξε όλους τους άλλους θεούς και προέτρεψε τον άνθρωπο να ιδιοποιηθεί τις εκκενωθείσες επικράτειες αυτών των θεών. […]
Η εντολή του Γιαχβέ στον άνθρωπο ήταν ακίνδυνη όσο ο άνθρωπος βρισκόταν αβοήθητος στο έλεος της μη ανθρώπινης φύσεως. Ωστόσο, από την αρχή της πρώιμης παλαιολιθικής εποχής, ίσως εβδομήντα με σαράντα χιλιάδες χρόνια πριν, η ισορροπία δυνάμεων άλλαζε υπέρ του ανθρώπου. Άλλαζε με επιταχυνόμενο ρυθμό και, από την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης, πριν διακόσια περίπου χρόνια, η επιτάχυνση έχει γίνει πολύ μεγαλύτερη. Το 1974 η ισορροπία έχει τελείως ανατραπεί, και ο άνθρωπος μόλις τώρα αφυπνίζεται και αντιλαμβάνεται την ειρωνική και ανησυχητική αλήθεια, ότι η νίκη του επάνω στη μη ανθρώπινη φύση τον απειλεί με αυτοκαταστροφή. Ο θρίαμβος της ανθρώπινης τεχνολογίας έχει μειώσει τον ρυθμό της ανθρώπινης θνησιμότητας αλλά αυξάνει τον ρυθμό θνησιμότητας για τις περισσότερες άλλες μορφές ζωής· κατανάλωσε αναντικατάστατους φυσικούς πόρους· και έχει μολύνει την πενιχρή βιόσφαιρα. Αυτός ο αυτοκαταστροφικός θρίαμβος της τεχνολογίας ήταν ο καρπός του ιουδαϊκού μονοθεϊσμού· γιατί η θρησκεία αυτή εξόρισε το θείον από την φύση και άφησε έκθετη την μη ανθρώπινη φύση στην άπληστη εκμετάλλευση του ανθρώπου, για τον αφανισμό του ίδιου του ανθρώπου, με την άδεια ενός υποθετικού, μοναδικού, υπερβατικού, παντοδύναμου θεού.
Το αντίδοτο στο μονοθεϊσμό είναι ένας πολυθεϊσμός που θα αναγνωρίζει ότι η μη ανθρώπινη φύση είναι θεία και ότι, συνεπώς, έχει θεία δικαιώματα, τα οποία ο άνθρωπος παραβιάζει με κίνδυνο για τον ίδιο. Η λατρεία των θεϊκών δυνάμεων που εγκατοικούν στη μη ανθρώπινη φύση είναι η παλαιότερη μορφή ανθρώπινης θρησκείας από την οποία έχει επιζήσει κάποια μαρτυρία. Η θρησκεία αυτή είχε σχέση με τις πραγματικότητες της <ανθρώπινης> ζωής κατά την ύστερη παλαιολιθική εποχή· ξαναπέκτησε σχέση με τις πραγματικότητς της <ανθρώπινης> ζωής το μεταχριστιανικό 1974. Καθώς η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ανθρώπου και μη ανθρώπινης φύσης μεταβάλλεται, οι θεοί, που αρχικά παρίσταναν απόκοσμες φυσικές δυνάμεις, εκπορνεύτηκαν για να δηλώσουν μη ηθικούς οργανισμούς της συλλογικής ανθρώπινης δύναμης, όπως αυτοί παρουσιάζονται στις μορφές των κρατών, προτού αυτοί οι θεοί εκδιωχθούν στο limbo από τον Γιαχβέ του χριστιανισμού και του Dar―al―Islam, της Επικράτειας της Ορθής ―ισλαμικής― Πίστης.
Ο Πλήθων είχε το θάρρος να ξαναθυμίσει αυτούς τους εξορισμένους θεούς. Επιπλέον, στην επιδέξια πραγμάτευσή του της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, την οποία αυτός λάτρευε, είχε την διόραση να εξαγνίσει τους θεούς από την δυσοίωνή τους «πολιτικοποίηση» και να τους παρουσιάσει στον αρχικό αυθεντικό τους ρόλο, ως συμβόλων του θείου που εγκρύπτεται στη μη ανθρώπινη φύση. Στην πραγματικότητα, ο Πλήθων καθαγίασε ξανά τη μη ανθρώπινη φύση και, επομένως, επέβαλε ξανά στην ανθρώπινη απληστία το αρχέγονο χαλινάρι του δέους. Στα μέσα του δέκατου πέμπτου μεταχριστιανικού αιώνα, αυτό το χαλινάρι ήταν ακόμη περιττό. Στα τέλη του εικοστού αιώνα, η εκπληκτική πρόοδος της ανθρώπινης τεχνολογίας έχει καταστήσει εν τω μεταξύ το ξαναζωντάνεμα αυτού του αρχέγονου χαλιναριού την τελευταία σανίδα σωτηρίας για μια γενιά ανθρώπων που απειλούνται τώρα με το ναυάγιο, όχι πια ενός ιδιαίτερου τοπικού πολιτισμού, αλλά της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Το 1974 η «σαπρά ανοησία των Ελλήνων» ―δηλαδή η αρχική θρησκεία όλης της ανθρωπότητας― έχει γίνει για τους ανθρώπους που ζουν σήμερα, μια σοβαρή εναλλακτική λύση στο πρόβλημα της επερχόμενης καθολικής γενοκτονίας. Στη Φλωρεντία το 1439 ο Πλήθων προέβλεπε ότι σε «λίγα χρόνια» ούτε ο χριστιανισμός ούτε το Ισλάμ αλλά η δική του εκδοχή για την προχριστιανική θρησκεία θα ήταν η καθολική θρησκεία της ανθρωπότητας. Η λέξη «λίγα» είναι μια σχετική λέξη. Στη χρονική κλίμακα της ανθρώπινης ιστορίας, ένα χρονικό διάστημα πεντακοσίων τριάντα πέντε ετών είναι τόσο σύντομο όσο το ανοιγοκλείσιμο του ματιού. Το 1974 η πρόβλεψη του Πλήθωνος δεν ηχεί πια τόσο παράλογη όσο θα πρέπει να ηχούσε το 1439 στα αυτιά του Γεωργίου του Τραπεζουντίου.
Μήπως τότε στην εποχή μας θα πρέπει να κατεβάσουμε τον ισχυρό Γιαχβέ από τον θρόνο του και να ξαναλατρέψουμε έναν θίασον αρχαιοτέρων θεοτήτων; Τον μεγάλο Πάνα (έναν παλαιότερο Κύριον), και ίσως τον Πρίαπο και τον Διόνυσο―Σαβάζιο επίσης, καθώς και τις λιγότερο σκανδαλιστικές συντρόφους τους Δήμητρα και Αθηνά; Μήπως θα πρέπει να παλινορθωθεί η δίχηλος οπλή και ο φαλλός του Σαβάζιου; Η αναγέννηση της προχριστιανικής και προμουσουλμανικής φυσικής θρησκείας, που επεχείρησε ο Πλήθων, μπορεί να αποδειχθεί τόσο συγκλονιστική για τους ορθολογιστές του εικοστού αιώνα στην Δύση, όσο ήταν για τον οικουμενικό πατριάρχη Γεννάδιο τον δέκατο πέμπτο αιώνα.
Ωστόσο, η λατρεία της φύσεως δεν έχει ποτέ εκριζωθεί στην Ινδία ή στην ανατολική Ασία. Και οι δύο αυτές ανατολικές περιοχές, μαζί, αποτελούν τον τόπο κατοικίας του μισού, πάνω κάτω, πληθυσμού της ανθρωπότητας. Η δύναμη ενός θεού αποδεικνύεται από την ικανότητά του να εκδικείται τα ανθρώπινα όντα που την αμφισβητούν. Αυτό είναι το μέσο με το οποίο ο Διόνυσος έκανε τον Πενθέα να γνωρίσει ποιος ήταν και τι ήταν. Στις ημέρες μας η Μητέρα Γη άρχισε να αποδεικνύει στον σύγχρονο άνθρωπο ότι δεν μπορεί να παραβιάζει το βασίλειό της, την βιόσφαιρα, ατιμωρητί. Ο Γιαχβέ μπορεί να έδωσε την άδεια στον άνθρωπο να καθυποτάξει τη Μεγάλη Μητέρα· αλλά η εντολή του Γιαχβέ δεν δικαιολογεί, στα μάτια αυτής της θεάς, τις βέβηλες ελευθερίες που ο εντολοδόχος του Γιαχβέ, ο Αδάμ, πήρε μόνος του απέναντί της. Ανάμεσα στους θεούς, όπως και ανάμεσα στα ανθρώπινα κράτη, η ισχύς είναι η ultima ratio, το έσχατο επιχείρημα. Στη σημερινή σύγκρουση μεταξύ των χθονίων θεών και του κεραυνούχου από το Σινά, νοιώθουν οι πρώην χριστιανοί ορθολογιστές την σιγουριά ότι ο Γιαχβέ θα επικρατήσει; Αν εμείς αμφιβάλλουμε, θα είναι απερισκεψία να αψηφήσουμε ως «σαπρά ανοησία των Ελλήνων» μια θρησκεία που ήταν ήδη πάρα πολύ παλιά την εποχή που ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και το ισλάμ ακούστηκαν για πρώτη φορά.
Από το Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους
του Άρνολντ Τόυνμπη, μετάφραση Νίκου Γιανναδάκη,
του Άρνολντ Τόυνμπη, μετάφραση Νίκου Γιανναδάκη,
εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου―Μ.Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992
(οι τελευταίες παράγραφοι του βιβλίου)
ΜΑΡΡΕΫ ΜΠΟΥΚΤΣΙΝ
Η λατρεία ή η απόδοση τιμών σε οποιοδήποτε ον, είτε φυσικό είτε υπερφυσικό, θα αποτελεί πάντα μια μορφή αυτοϋποταγής και δουλείας, που τελικά καταλήγει στην κοινωνική κυριαρχία, ανεξάρτητα από το αν αυτό γίνεται στο όνομα της φύσης, της κοινωνίας, του γένους ή της θρησκείας. Πολλοί είναι οι πολιτισμοί που κατακλύστηκαν από «θεότητες της φύσης», οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν κατά κυνικό τρόπο από τις ηγετικές ελίτ για στηρίξουν τις πλέον αυστηρές, καταπιεστικές και απάνθρωπες κοινωνικές ιεραρχίες. Τη στιγμή που τα ανθρώπινα όντα θα γονατίζουν μπροστά σε οτιδήποτε «ανώτερο» από αυτά, η ιεραρχία θα καταγράφει τον πρώτο θρίαμβό της επί της ελευθερίας και οι άνθρωποι θα είναι έτοιμοι να σηκώσουν όλα τα βάρη που μπορεί να τους επιβάλει η κοινωνική κυριαρχία.
Από το Ξαναφτιάχνοντας την Κοινωνία
του Μάρρεϋ Μπούκτσιν, μετάφραση Τάσου Κυπριανίδη,
εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1993
(απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου,
η πρώτη έκδοση του οποίου έγινε στις Η.Π.Α. το 1989
από τον εκδοτικό οίκο Black Rose Books
του Δημήτρη Ρουσσόπουλου).
του Δημήτρη Ρουσσόπουλου).
ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΝΤΩΚΙΝΣ
Μία από τις μανιωδώς μνημονευόμενες παρατηρήσεις του Αϊνστάιν είναι η εξής: «Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι χωλή, ενώ η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή». Ο Αϊνστάιν όμως είπε επίσης: «Φυσικά τα όσα διαβάσατε για τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις ήταν ψέματα, ψέματα που επαναλαμβάνονται συστηματικά. Δεν πιστεύω σε κανέναν προσωπικό θεό και ποτέ δεν το αρνήθηκα -αντιθέτως, το έχω μάλιστα εκφράσει σαφέστατα. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που να μπορεί να ονομαστεί θρησκευτικό, αυτό είναι ο απεριόριστος θαυμασμός μου για τη δομή του κόσμου, όπως μας την αποκαλύπτει η επιστήμη.»
Μήπως φαίνεται ότι ο Αϊνστάιν έπεφτε σε αντιφάσεις; Ότι από τα λόγια του θα μπορούσαν να τσιμπολογηθούν ρήσεις για να υποστηριχθούν και οι δύο πλευρές της αντιπαράθεσης; Όχι. Με τη λέξη «θρησκεία» ο Αϊνστάιν εννοούσε κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που κατά σύμβαση εννοείται. Καθώς λοιπόν θα προχωρώ στην αποσαφήνιση της διάκρισης μεταξύ υπερφυσικής θρησκείας από τη μία πλευρά και αϊνσταϊνείου θρησκείας από την άλλη, ας έχετε υπόψη σας ότι θεωρώ μόνο τους υπερφυσικούς θεούς αυταπάτες.
Στη συνέχεια παραθέτω μερικές ρήσεις του Αϊνστάιν, για να πάρετε μια γεύση της αντίληψής του περί θρησκείας.
«Είμαι ένας βαθιά θρησκευόμενος άπιστος. Πρόκειται για ένα κάπως νέο είδος θρησκείας.»
«Ποτέ δεν έχω αποδώσει στη Φύση κάποιο σκοπό ή επιδίωξη, ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να εκληφθεί ως ανθρωπομορφικό. Στη Φύση βλέπω μια μεγαλειώδη δομή την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε μόνο πολύ ατελώς, και τούτο θα έπρεπε να γεμίζει οποιονδήποτε σκεπτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Αυτό είναι ένα γνήσια θρησκευτικό συναίσθημα και δεν έχει καμία σχέση με τον μυστικισμό.»
«Η ιδέα ενός προσωπικού θεού μού είναι εντελώς ξένη -και μου φαίνεται έως και αφελής.»
[...]
Μόνο σε ένα πράγμα είχαν δίκιο όλοι οι θεϊστές επικριτές του Αϊνστάιν: ότι δεν ήταν δικός τους. Είχε επανειλημμένα εκφράσει την αγανάκτησή του όταν τον παρουσίαζαν ως θεϊστή. Τελικά, ήταν άραγε ντεϊστής, όπως ο Βολταίρος και ο Ντιντερό; Ή μήπως πανθεϊστής, όπως ο Σπινόζα, του οποίου θαύμαζε τη φιλοσοφία; «Πιστεύω στον θεό του Σπινόζα, ο οποίος αποκαλύπτεται στην τάξη και την αρμονία όσων υπάρχουν, και όχι σε ένα θεό ασχολούμενο με το πεπρωμένο και τις πράξεις των ανθρώπων» είχε δηλώσει κάποτε.
Ας θυμηθούμε την ορολογία.
Ένας θεϊστής πιστεύει στην ύπαρξη μιας υπερφυσικής διάνοιας, η οποία, εκτός από το κύριο έργο της, τη δημιουργία του σύμπαντος, εξακολουθεί να «κυκλοφορεί ανάμεσά μας», για να επιβλέπει και να επηρεάζει το πεπρωμένο της αρχικής της δημιουργίας. Σε πολλά θεϊστικά συστήματα πίστης, η θεότητα έχει ενεργή ανάμειξη στις ανθρώπινες υποθέσεις. Ο θεός αποκρίνεται σε προσευχές, συγχωρεί ή τιμωρεί αμαρτίες, παρεμβαίνει στον κόσμο κάνοντας θαύματα, χολοσκάει για τις καλές και τις κακές μας πράξεις, και ξέρει πότε τις κάνουμε (ή ακόμη και πότε σκεπτόμαστε να τις κάνουμε).
Ο ντεϊστής πιστεύει και εκείνος σε μια υπερφυσική διάνοια, της οποίας ωστόσο οι δραστηριότητες περιορίστηκαν πρωτίστως στον καθορισμό των νόμων που κυβερνούν το σύμπαν. Ο ντεϊστικός θεός δεν παρεμβαίνει πλέον -και πάντως δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για τις ανθρώπινες υποθέσεις.
Οι πανθεϊστές δεν πιστεύουν καθόλου στην ύπαρξη οποιουδήποτε υπερφυσικού θεού αλλά χρησιμοποιούν τη λέξη «θεός» ως ένα μη υπερφυσικό συνώνυμο για τη φύση ή το σύμπαν ή για τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία του. Οι ντεϊστές διαφέρουν από τους θεϊστές κατά το ότι ο θεός τους δεν απαντά σε προσευχές, δεν ενδιαφέρεται για αμαρτίες ή για εξομολογήσεις, δεν διαβάζει τις σκέψεις μας και δεν παρεμβαίνει με καπριτσιόζικα θαύματα. Οι ντεϊστές διαφέρουν από τους θεϊστές κατά το ότι ο θεός των ντεϊστών είναι ένα είδος κοσμικής διάνοιας και όχι το μεταφορικό ή το ποιητικό συνώνυμο των πανθεϊστών για τους νόμους του σύμπαντος. Ο πανθεϊσμός είναι φτιασιδωμένος αθεϊσμός. Ο ντεϊσμός είναι νερωμένος θεϊσμός.
[...]
Ο Αϊνστάιν χρησιμοποιούσε τη λέξη «θεός» με έναν καθαρά μεταφορικό, ποιητικό τρόπο.
[...]
Ο Καρλ Σαγκάν το διατύπωσε ωραία: «[...] αν με τη λέξη "θεός" εννοεί κανείς το σύνολο των φυσικών νόμων που διέπουν το σύμπαν, τότε, ολοφάνερα, υπάρχει τέτοιος θεός. Αυτός όμως ο θεός δεν ικανοποιεί συναισθηματικές ανάγκες [...] δεν έχει και πολύ νόημα να προσευχηθείς στον νόμο της βαρύτητας».
Από το Η περί θεού αυταπάτη του Ρίτσαρντ Ντώκινς,
συλλογική μετάφραση, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 2007,
σσ. 36-37 και 39-40
σσ. 36-37 και 39-40
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΛΦΑΣ
Η λέξη «θεός», σε φιλοσοφικά συμφραζόμενα, δεν χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό από τον Πλάτωνα αλλά ως επίθετο. Σημαίνει «άριστος», «τέλειος», «αθάνατος». Δεν υπάρχει κάποια διακριτή οντότητα στο πλατωνικό σύστημα που να σηματοδοτείται αποκλειστικά με τη λέξη «θεός».
«Θεός» μπορεί να είναι μια Ιδέα, μια ψυχή, ο νους, ο κόσμος, ένα αίτιο, ένα άστρο. Το θεϊκό στοιχείο στον άνθρωπο είναι αυτό που τον κάνει άριστο[1]. Δηλαδή η κυριαρχία του νου στην ψυχή. Άρα θείο μέρος της ψυχής είναι ο νους, θνητά μέρη είναι ο θυμός και η επιθυμία.
Από το Πλάτωνος Τίμαιος,
εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Βασίλη Κάλφα,
εκδ. Πόλις, Αθήνα 1998, σ. 99
[1] Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε -χωρίς πλέον αναφορά στον Πλάτωνα: Θεϊκό στοιχείο στον κόσμο είναι ό,τι κάνει τον άνθρωπο ανθρωπινότερο, άριστα ανθρώπινο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου