Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Γιγαντομαχία




















Η Αθηνά αγωνίζεται ν΄ αντιμετωπίσει τη συντριβή του Ηρακλή μετά τον ακούσιο φόνο των παιδιών και της συζύγου του, τον κίνδυνο να ακυρωθεί όλη η προηγούμενη ζωή και προσφορά του εξαιτίας του φρικτού αυτού εγκλήματος.

Πώς η θεά θα πείσει τον ήρωα να συνεχίσει τον αγώνα του;


Η σκηνή στην Αθήνα. Ο γιος της Αλκμήνης -στο τέλος του ευριπίδειου «Ηρακλή»- είχε ζητήσει από τον Θησέα να τον συντροφεύσει μέχρι τις Μυκήνες, όπου όφειλε να παρουσιάσει τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα. Ο Θησέας ακολούθησε τον φίλο του μέχρι τις Μυκήνες και μετά στο Ταίναρο, όπου ο φύλακας του Άδη ελευθερώθηκε για να επιστρέψει στον Κάτω Κόσμο. Έπειτα, οι δύο ήρωες γύρισαν στην Αθήνα· ο Θησέας αρνήθηκε ν΄αφήσει μόνο του τον Ηρακλή και τον έπεισε να έρθει μαζί του, ώστε να υποβληθεί στους αναγκαίους καθαρμούς.


Ο γιος της Αλκμήνης κλείνεται σε ένα δωμάτιο του αθηναϊκού ανακτόρου, κοντά στο ιερό της Αθηνάς.


Τότε ξεσπά μια κοσμογονική καταστροφή· τρομακτικοί σεισμοί συνταράσσουν το Αιγαίο· ηφαίστεια εκρήγνυνται, κύματα υψώνονται, καταστρέφονται πόλεις. Γίγαντες ανεβαίνουν στην επιφάνεια της γης και αμφισβητούν την εξουσία του Δία.



Της γης η φλούδα ράγισε
φάνηκαν οι Τιτάνες,
οι Γίγαντες ορθώθηκαν,
τον ουρανό φοβίζουν.
Οι Μοίρες έδωσαν χρησμό,
τον έφερε η Ήρα
στων αθανάτων την ομήγυρι,
στ’ ανάκτορο του Δία,
πως οι θεοί τον άνθρωπο ζητούν
να έχουν σύμμαχό τους, 
όταν Τιτάνες πολεμούν, 
Γίγαντες και Τυφώνες.

Κι απ’ τους θνητούς που κουβαλά
στα στήθη της η Γαία
ποιος είναι αξιότερος
στον Όλυμπο ν’ ανέβει,
στου Δία το άρμα να σταθεί, 
τη Νίκη να πυργώσει,
από αυτόν που με τα χέρια δάμασε
τον φύλακα του Άδη
και έλυσε τα άλυτα 
δεσμά του Προμηθέα;

Μα της Αλκμήνης το παιδί, 
της Τίρυνθας ο πύργος,
ερειπωμένος έμενε στη γη
με σώμα στρεβλωμένο.
Κλεισμένος σε δωμάτιο 
στα βάθη του ανακτόρου,
στην κορυφή επάνω την πλατιά
του βράχου της Αθήνας,
φιλοξενούμενος αγαπητός
του βασιλιά Θησέα.
Λόγο δεν άρθρωνε ανθρώπινο, 
μόν’ γρύλισμα θηρίου.
Έμοιαζε με τον άρρωστο
που μέσα στ’ όνειρό του,
από αρρώστια πονά πολύχρονη
και βαριαναστενάζει.

Δεν μίλαγε κι ας ένοιωθε
πως πάνω απ’ το κεφάλι
αόρατη στεκόταν η Αθηνά
η μάνα του Ερεχθέα.
Γιατί κι αόρατη που ήτανε
χύνανε φως τα μάτια
επάνω στα τοιχώματα
του σκοτεινού θαλάμου,
όπου με τέχνη άφθαστη
απλώνονταν ζωγραφιστά
κυνήγια, πόλεμοι, γιορτές
και των θεών θυσίες.
Χύνανε φως τα μάτια της θεάς
στο σώμα το πελώριο,
κι έμοιαζε αυτό
βράχος που μόνος βόγγαγε
στο μένος των κυμάτων.

Άνοιξε η θύρα,
φάνηκε στο φως
η όψη του Θησέα,
του νικητή του Μίνωα
και κύρη της Αθήνας.
Στεκόταν στο κατώφλι όρθιος
και πίσω του φαινόταν
το φύλλωμα της ιερής ελιάς
να λάμπει στο σκοτάδι.

«Νωθρότητα αδύναμη
σαν ήσκιος κοιμισμένου
άντρα κρατάει δυνατό
πισθάγκωνα δεμένο.
Δεν νοιώθεις που σείεται η γη, 
έξω χαλάει ο κόσμος,
και μένεις, της Αλκμήνης γιε,
ατάραχος στην κλίνη;

»Ο ήλιος πια δεν φαίνεται, 
έγινε η μέρα νύχτα,
γεμάτος φλόγα ο μαύρος ουρανός, 
θειάφι παντού μυρίζει.
Τα σπίτια τρέμουν και γκρεμίζονται, 
τα καταπίνει ο Άδης,
μαζί μου βγες, του Δία γιε,
να σώσεις τον λαό μας,
την ανθρωπιά να σώσεις στον χαμό, 
να μη χαθούν τα πάντα,
μέσα στον τρόμο, την απόγνωση, 
να μη χαλάσει ο κόσμος,
ο κόσμος που κτίζαμε οι θνητοί
απ’ την αρχή του χρόνου.

»Να βρούμε μεις τη δύναμη
άραγε πώς μπορούμε,
αν μένει έτσι άπραγος, 
άβουλος, συντριμμένος
αυτός που με τα χέρια δάμασε
τον φύλακα του Άδη
και έλυσε τα άλυτα 
δεσμά του Προμηθέα;»

(...)
Μίλησε και έβγαινε η φωνή
βαθιά μέσ’ απ’το στήθος
όμοια με πληγωμένου αγριμιού
απ’ τη σπηλιά του μέσα.

«Σε ποιον μιλάς
ως φαίνεται ξεχνάς.
Σε έναν παιδοκτόνο.
Σε κείνον που 
ό,τι να σώζει όφειλε, 
το έριξε στον Άδη,
στο στόμα το αχόρταγο,
άσπλαχνα να τ’ αλέσει.
Σε κείνον που
ό,τι πιο αγαπητό
το έπνιξε στο χώμα, 
γυναίκας αγάπη παιδική,
τα ίδια του τα τέκνα.»

(...)
«Από το χάος αναδύθηκες,
θα βυθιστείς στο χάος,
μα πρόωρα το φως ανάμεσα
αφήνεις το να σβήνει.
Σαν της Μεγάρας τα παιδιά
κι άλλα παιδιά αφήνεις
στα δόντια του Άδη λάφυρο, 
μαζί μ’ αυτά και μένα,
μαζί με μένα την πατρίδα μας
κι ολόκληρο τον κόσμο.
Στο πριν κακό κι άλλο κακό
σωρεύει η ανημπόρια
κι ό,τι καλό τελέστηκε
να γκρεμιστεί τ’ αφήνει.»

(...)
Βγήκε αμέσως στην αυλή
αλλ’ είχε ο Θησέας φύγει.
Απόμεινε μόνος να κοιτά
της Αθηνάς το δέντρο.
Το φως του πυρωμένου ουρανού
τα φύλλ αντανακλούσαν,
μια γλαύκα που φώλιαζε εκεί
στα μάτια τον κοιτούσε.
Και τότ’ εκείνος ένοιωσε πως ήτανε
θεού φωνή του φίλου η αγάπη.



Δεν υπάρχουν σχόλια: