Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Η Υγεία, ο Ασκληπιός, η Ηπιόνη

Το άγαλμα αυτό της θεάς Υγείας βρίσκεται στη Βιέννη, στους κήπους των ανακτόρων του Σεμπρούν, και είναι έργο του γλύπτη Ιωσήφ Βαπτιστή Χαγκενάουερ (Joseph Baptist Hagenauer), που έζησε τον 18ο αιώνα. 

 

Όπως και στα αρχαία αγάλματά της, έτσι και εδώ η Υγεία απεικονίζεται να κρατά ένα φίδι στο οποίο προσφέρει να πιει γάλα μέσα από ένα τάσι. Με τον ίδιο τρόπο απεικονιζόταν κατά την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα και ο πατέρας της, ο θεός Ασκληπιός. 

Αν και στα αγάλματα είναι σαφές πως το φίδι πλησιάζει το τάσι για να πιει, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι αυτό που απεικονίζεται είναι στην ουσία του κάτι άλλο: η κίνηση της θεότητας να αφαιρέσει από το φίδι το δηλητήριό του, ώστε να παρασκευάσει από αυτό ένα φάρμακο. 

Η χρήση του δηλητηρίου των φιδιών για την παρασκευή φαρμάκων, καθώς και ο εντοπισμός των κατάλληλων για τον ίδιο σκοπό βοτάνων, ήταν σημαντικό μέρος της τέχνης των πανάρχαιων ιατρών. 

Πέραν όμως αυτού, η κίνηση των δύο θεών θα μπορούσε να προσλάβει και ένα ακόμη νόημα: τη μετατροπή αυτού που κανονικά είναι νοσογόνο ή και θανατηφόρο σε θεραπευτικό παρασκεύασμα, όχι πια για το σώμα, αλλά για την ψυχή. 

Η εξουδετέρωση και η μετουσίωση της συναισθηματικής τοξικότητας θα μπορούσε τότε να αποδοθεί στη μητέρα της Υγείας και σύζυγο του Ασκληπιού, την Ηπιόνη. 

Έχοντας αναδυθεί από το δεύτερο, κάπως κατανοητό μέρος του, κατά τ΄άλλα, άγνωστης ετυμολογίας ονόματος του συζύγου της, για να αποτελέσει το γυναικείο αντίστοιχό του, η Ηπιόνη, αυτή που ανακουφίζει τον πόνο, θα μπορούσε εύλογα κάποιος να εικάσει ότι εκφράζει, αξεδιάλυτα ενωμένη με την ίαση του σώματος, τη θεραπεία της ψυχής. 

Εμπνεύστρια των ήπιων τρόπων, η Ηπιόνη αξίζει να λατρευτεί, σύνναος και σύμβωμος της ρωμαϊκής Επιείκειας (Clementia) και της ιαπωνικής Κάννον (Kannon), ως θεά της ηπιότητας, της επιείκειας και του ελέους, η αγαθή θεά η κατευνάζουσα την οδύνη και εκμαιεύουσα την ευφρόσυνη ηρεμία. 

 

 


 Γένοιτο.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η λατρεία των προγόνων

  

Δι΄ εὐχῶν τῶν ἁγίων ἡμῶν

γυναικῶν καὶ ἀνδρῶν

πατέρων, μητέρων

ἡρώων, ποιητῶν, φιλοσόφων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

Ἐλευσίνια

 

Θεοὶ ἀθάνατοι ἔλθετ҆ εὐμενεῖς,

Ζεῦ πάτερ, Δήμητερ καὶ Κόρη,

Ἴακχον ἡ βλαστήσασα

ᾋδου δαμέντος Ἔρωτι.

 

* * *

 

Ἅδης Ἔρωτι δαμεὶς ἐγένετο Σάραπις

Ἰασίων τ΄ ἅμα καὶ Πλούτων,

αὐτῷ δὲ καὶ ὄντι τέως ἀγόνῳ

ἱερὸν Ἴακχον ἔτεκε πότνια Κόρη,

δαίμον' ἀγαθὸν ἐν γούνασι Δήμητρος.

 

 * * *

 

Ἴακχε Ἴακχε Ἴακχε

Ἴακχε Ἴακχε Ἴακχε

Ἴακχε Ἴακχε ἐλθέ

ἰσχὺς ταῖς ἐλπίσι θνητῶν.


  * * *

 

Θεὸς ἀνέδυ ἐκ βυθῶν

υἱὸς ᾍδου καὶ Περσεφόνης.

Ἴακχε, σὺ χαρίζεις

ἰσχὺν ταῖς ἐλπίσι θνητῶν. 

 

 * * *

 

Ζεῦ πάτερ, Δήμητερ καὶ Κόρη, 

δότε καὶ ἀποθανόντα τὸν κόκκον τοῦ σίτου

τιμίους φέρειν καρπούς.  


 * * *

 

Ὦ Ζεῦ πάτερ καὶ Ἥρα βασίλισσα, 

οἵ ἐτράφητ' ἐν γούνασι 

Ἐλευθερίας, Τύχης καὶ Ἀνάγκης,  

σὺ τὸ ἀείζωον πῦρ, 

τὸ μέτρα ἁπτόμενον 

καὶ μέτρα σβεννύμενον, 

σὺ ἡ πηγὴ τῶν δυνάμεων. 

 

 * * *

 

Θεοὶ ἀθάνατοι ἔλθετ҆ εὐμενεῖς,

Ζεῦ πάτερ, Ἥρα, Ἀθηνᾶ,

Ἕρωτας Νίκας τε θνητοῖς

ἀεὶ χαριζόμενοι.

 

 

 

 

 

 

 

 




Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

 

Το έχω ξαναδεί το έργο. Έφυγε παιδί από την Ανατολή κι ήρθε στην Ελλάδα να γλιτώσει από χίλια δυο. Τώρα, σαρανταπεντάρης, γίνεται δεύτερη φορά μετανάστης, αφήνει γυναίκα και παιδιά και φεύγει στη Δύση.

Σκύβω επάνω στο Σώμα, το οχυρό του Αόρατου. Στήνω αυτί κι ακούω, νομίζω, μέσα και γύρω, το φτεροκόπημα δυο θεοτήτων :

  • Απ΄τη μια, η Ζωή, η Ωραία Κυρία δίχως Έλεος, η δύσκολη, άδικη, αλλά τόσο, αχ πόσο όμορφη. Είναι τριαδική γιατί είναι οι Μοίρες : Τύχη, Ανάγκη, Ελευθερία, δημιουργοί, συντηρήτριες και καταστροφείς των πάντων. Στο αφήγημα, στον μύθο που μοιάζει στα μάτια μου η ζωή του καθενός, κάποιων και όλων μαζί, είναι ο Αντίπαλος, οι Συνθήκες, η ανελέητη Πραγματικότητα, οι Δοκιμασίες στις οποίες μας υποβάλλει, οι Ευθύνες που μας επιρρίπτει, οι Επιλογές, συνήθως λιγοστές και για τούτο πολύτιμες, που μας προσφέρει·

  • Από την άλλη, η Ανωτέρα Δύναμις που μού ΄μαθε η μάνα μου, στη σεβαστική και θυμόσοφη καθαρεύουσά της της Τετάρτης Δημοτικού · ο Βοηθός, αθάνατη χθόνια μητέρα ή αθάνατος ουράνιος πατέρας ή φανταστικός φίλος του μέσα μας παιδιού, η Πηγή των Δυνάμεων. Άδυτο που τη συναντάμε η μοναχικότητά μας, δώρο της για να τα βγάλουμε πέρα η Ψυχική Ανθεκτικότητα, ενσαρκώσεις και ανθρώπινοι εκπρόσωποί της οι αγαπημένοι μας. Και κάποιες φορές, ένας άγνωστος Άλλος, που λέμε δυο κουβέντες μαζί του και, όπως λέει ο Ποιητής, «γιαμιάς μετά μισεύει ¦ και φεύγοντας, ωσάν αϊτός, εις τα ψηλά πετάει.»*

Ή μήπως και πάλι μία είναι η θεότητα ; Αντίπαλος μαζί και Βοηθός ; Αυτός ο μύθος μου φαίνεται σκοτεινός. Συναισθηματικά δυσλειτουργικός, αδιέξοδος. Στα όνειρά μας ο Αντίπαλος και ο Βοηθός δεν μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο. Ακόμα και αν στην πραγματικότητα είναι.


* (Οδύσσεια,στ. 319-320 της μετάφρασης του Γεωργίου Ψυχουντάκη)

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Ιερά Μεταφορά Αγία Εικασία - Λατρευτικοί στίχοι: Κάποιες πηγές έμπνευσης και Επίκληση στη Μούσα

 
...ὥστε ἐνετύχομέν τε ἀλλήλοις καὶ συνεωρτάσαμεν, γενομένης γε κἀμοὶ παρὰ τοῦ θεοῦ βοηθείας πολλῆς καὶ συνεχοῦς καὶ παράδοξα ἐχούσης. ὧν ν ἦν λιποψυχοῦντα καὶ παντελῶς ἀπορούμενον ποιῆσαι μέλη, γάμον τε Κορωνίδος καὶ γένεσιν τοῦ θεοῦ, καὶ τὴν στροφὴν ὡς ἐπὶ μήκιστον ἀποτεῖναι· καὶ ἐποίησα τὰ ᾄσματα ἐφ’ ἡσυχίας οὑτωσὶ καὶ κατ ἐμαυτὸν ἐνθυμηθείς, καὶ πάντων ἤδη λήθη ἦ ν τῶν δυσχερῶν. 

Αίλιου Αριστείδη Ἱεροὶ Λόγοι Α, 73 ― 2ος αιώνας μ.Χ. 



...Έτσι βρεθήκαμε ο ένας με τον άλλο και γιορτάσαμε μαζί, αφού είχα κι εγώ λάβει μεγάλη βοήθεια από τον θεό, βοήθεια που ήταν συνεχής και περιελάμβανε παράδοξα παραγγέλματα. Ανάμεσα σ’ αυτά και το ότι, ενώ ήμουν εντελώς εξαντλημένος και σε απόλυτη αμηχανία, μου παράγγειλε να συνθέσω άσμα για τον έρωτα της Κορωνίδας και τη γέννηση του θεού, και να κάνω τη στροφή όσο το δυνατόν πιο πολύστιχη· και συνέθεσα τα τραγούδια με τόση ηρεμία και τόσο συγκεντρωμένος στον εαυτό μου, που  όλα  τα δύσκολα πια λησμονήθηκαν. 




* * *








  ...ζαθέων ἀπὸ βίβλων 
νεύσατ’ ἐμοὶ φάος ἁγνὸν
ἀποσκεδάσαντες ὁμίχλην.

Πρόκλου Εἰς θεοὺς πάντας στ. 5-7  5ος αιώνας μ.Χ.

...απ τα ιερά νεύοντάς μου βιβλία
αγνό στείλτε φως
την ομίχλη σκορπίζοντας.  





* * *







 

 

 

 

 

 

 

Ἡ μνήμη τὰ φοβᾶται ξέχασε καὶ τά ’δε άστόχησέ τα,

κι ὡς συνηθάει τὸν τρόμο σκέπασε με φανταχτὸ μαγνάδι.

Νίκου Καζαντζάκη Ὀδύσσεια Ο 848-9

 
 
 
 
* * *


 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

καὶ τὸ μὲν οὖν σαφὲς οὔτις ἀνὴρ ἴδεν οὐδέ τις ἔσται εἰδὼς ἀμφὶ θεῶν τε καὶ ἄσσα λέγω περὶ πάντων· εἰ γὰρ καὶ τὰ μάλιστα τύχοι τετελεσμένον είπών αὐτὸς ὅμως οὐκ οἶδε· δόκος δ’ ἐπὶ πᾶσι τέτυκται.

 
Ξενοφάνης Β 34
 
 

Κανένας άνθρωπος δεν ξέρει ούτε κανείς θα γνωρίσει την αλήθεια για τους θεούς και για όλα τα πράγματα για τα οποία μιλώ. Και αν κάποιος συμβεί να πει την πλήρη αλήθεια, ο ίδιος δεν θα το γνωρίζει. Πιθανή γνώση μόνο υπάρχει για όλα τα πράγματα.

 
 
 
* * *
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Συγκεντρώνει λέξεις που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί για εκατό γενιές· διαλέγει ρυθμούς που δεν έχουν τραγουδηθεί για χίλια χρόνια.

Λου Τσι, Κινέζος ποιητής και κριτικός του 3ου αι. μ.Χ.




* * *


















Η μαγεία μίλησε σανσκριτικά στην Ινδία, αιγυπτιακά και εβραϊκά στον ελληνικό κόσμο, ελληνικά στον λατινικό, λατινικά στον νεότερο.
Μαρσέλ Μως και Ανρί Υμπέρ,
Σχεδίασμα μιας γενικής θεωρίας για τη μαγεία 1902
στο Όψεις της Γλώσσας του Α.-Φ.Χριστίδη 2002





* * *














...ο ινδικός όρος για την αλφάβητο, devanagari, σημαίνει «Η κατοικία των θεών».
Δ. Γιατρομανωλάκης και Π.Ροϊλός, Προς μια τελετουργική ποιητική 2005




* * *













Στις μέρες μας, μόνο κάτω από σπάνιες περιστάσεις νοησιακής υποτροπής οι ποιητές πλάθουν στίχους μαγικά ενεργούς με την αρχαία έννοια του όρου. Κατά τα άλλα η σύγχρονη εφαρμογή της ποιητικής γραφής ανακαλεί στη μνήμη τα φανταστικά και εκ των προτέρων καταδικασμένα πειράματα των μεσαιωνικών αλχημιστών για τη μεταστοιχείωση κοινών μετάλλων σε χρυσάφι· τουλάχιστον ο αλχημιστής ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον καθαρό χρυσό όταν τον έβλεπε και τον έψαυε. Η αλήθεια είναι ότι μόνο χρυσοφόρα κοιτάσματα μετατρέπονται σε χρυσό· μόνον η ποίηση σε ποιήματα.
Ρόμπερτ Γκρέιβς, Λευκή Θεά 1948, 1960
στην ελληνική γλώσσα από τις εκδ. Κάκτος 1998



* * *




 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι λέξεις, το συντακτικό και οι εικόνες της προσευχής δεν είναι αυτά της καθημερινής, της βέβηλης ομιλίας. Όπως το σώμα όταν στρέφεται να προσευχηθεί παίρνει μια στάση άλλη, καθεαυτήν αλλόκοτη, όμοια και η γλώσσα μεταμορφώνεται και αγωνίζεται ν’ ακτινοβολήσει ένα φως αλλιώτικο, να συντονιστεί με έναν Άλλο, ανοίκειο ρυθμό ― που ωστόσο μοιάζει να βγαίνει απ’ τα ίδια τα έγκατα του εαυτού και του χρόνου. Συγχώρησέ μου, λοιπόν, ακροατή κι αναγνώστη, τις αβύσσους, τις Άρπυιες και τις Ερινύες, τους θεούς και τους δαίμονες, αλλοτινών καιρών τα δεινά και πελώρια.






* * *
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


Εἰς Μοῦσαν

Στον βυθό των πραγμάτων κρυμμένοι, μιλούν οι θεοί.

Την ακοή μου καθάρισε, Μούσα,

τους αθάνατους λόγους ν’ ακούω.

Την αχλύ απ’ τα μάτια μου διώξε

να φτάνει το βλέμμα στον Όλυμπο.

Πού είναι ο θεός και πού το θηρίο

στων ψυχών τις αβύσσους να βλέπω.

















Του Λοξία προφήτης δεν είμαι 

χρησμούς να σκαρώνω αμφίβολους.

Ν’ αφηγούμαι ποθώ καθαρά,

ο μύθος να βγαίνει απ’ τα πράγματα,

καθώς ο χυμός απ’ το σταφύλι που θλίβεται.



* * *











Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Γιγαντομαχία




















Η Αθηνά αγωνίζεται ν΄ αντιμετωπίσει τη συντριβή του Ηρακλή μετά τον ακούσιο φόνο των παιδιών και της συζύγου του, τον κίνδυνο να ακυρωθεί όλη η προηγούμενη ζωή και προσφορά του εξαιτίας του φρικτού αυτού εγκλήματος.

Πώς η θεά θα πείσει τον ήρωα να συνεχίσει τον αγώνα του;


Η σκηνή στην Αθήνα. Ο γιος της Αλκμήνης -στο τέλος του ευριπίδειου «Ηρακλή»- είχε ζητήσει από τον Θησέα να τον συντροφεύσει μέχρι τις Μυκήνες, όπου όφειλε να παρουσιάσει τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα. Ο Θησέας ακολούθησε τον φίλο του μέχρι τις Μυκήνες και μετά στο Ταίναρο, όπου ο φύλακας του Άδη ελευθερώθηκε για να επιστρέψει στον Κάτω Κόσμο. Έπειτα, οι δύο ήρωες γύρισαν στην Αθήνα· ο Θησέας αρνήθηκε ν΄αφήσει μόνο του τον Ηρακλή και τον έπεισε να έρθει μαζί του, ώστε να υποβληθεί στους αναγκαίους καθαρμούς.


Ο γιος της Αλκμήνης κλείνεται σε ένα δωμάτιο του αθηναϊκού ανακτόρου, κοντά στο ιερό της Αθηνάς.


Τότε ξεσπά μια κοσμογονική καταστροφή· τρομακτικοί σεισμοί συνταράσσουν το Αιγαίο· ηφαίστεια εκρήγνυνται, κύματα υψώνονται, καταστρέφονται πόλεις. Γίγαντες ανεβαίνουν στην επιφάνεια της γης και αμφισβητούν την εξουσία του Δία.



Της γης η φλούδα ράγισε
φάνηκαν οι Τιτάνες,
οι Γίγαντες ορθώθηκαν,
τον ουρανό φοβίζουν.
Οι Μοίρες έδωσαν χρησμό,
τον έφερε η Ήρα
στων αθανάτων την ομήγυρι,
στ’ ανάκτορο του Δία,
πως οι θεοί τον άνθρωπο ζητούν
να έχουν σύμμαχό τους, 
όταν Τιτάνες πολεμούν, 
Γίγαντες και Τυφώνες.

Κι απ’ τους θνητούς που κουβαλά
στα στήθη της η Γαία
ποιος είναι αξιότερος
στον Όλυμπο ν’ ανέβει,
στου Δία το άρμα να σταθεί, 
τη Νίκη να πυργώσει,
από αυτόν που με τα χέρια δάμασε
τον φύλακα του Άδη
και έλυσε τα άλυτα 
δεσμά του Προμηθέα;

Μα της Αλκμήνης το παιδί, 
της Τίρυνθας ο πύργος,
ερειπωμένος έμενε στη γη
με σώμα στρεβλωμένο.
Κλεισμένος σε δωμάτιο 
στα βάθη του ανακτόρου,
στην κορυφή επάνω την πλατιά
του βράχου της Αθήνας,
φιλοξενούμενος αγαπητός
του βασιλιά Θησέα.
Λόγο δεν άρθρωνε ανθρώπινο, 
μόν’ γρύλισμα θηρίου.
Έμοιαζε με τον άρρωστο
που μέσα στ’ όνειρό του,
από αρρώστια πονά πολύχρονη
και βαριαναστενάζει.

Δεν μίλαγε κι ας ένοιωθε
πως πάνω απ’ το κεφάλι
αόρατη στεκόταν η Αθηνά
η μάνα του Ερεχθέα.
Γιατί κι αόρατη που ήτανε
χύνανε φως τα μάτια
επάνω στα τοιχώματα
του σκοτεινού θαλάμου,
όπου με τέχνη άφθαστη
απλώνονταν ζωγραφιστά
κυνήγια, πόλεμοι, γιορτές
και των θεών θυσίες.
Χύνανε φως τα μάτια της θεάς
στο σώμα το πελώριο,
κι έμοιαζε αυτό
βράχος που μόνος βόγγαγε
στο μένος των κυμάτων.

Άνοιξε η θύρα,
φάνηκε στο φως
η όψη του Θησέα,
του νικητή του Μίνωα
και κύρη της Αθήνας.
Στεκόταν στο κατώφλι όρθιος
και πίσω του φαινόταν
το φύλλωμα της ιερής ελιάς
να λάμπει στο σκοτάδι.

«Νωθρότητα αδύναμη
σαν ήσκιος κοιμισμένου
άντρα κρατάει δυνατό
πισθάγκωνα δεμένο.
Δεν νοιώθεις που σείεται η γη, 
έξω χαλάει ο κόσμος,
και μένεις, της Αλκμήνης γιε,
ατάραχος στην κλίνη;

»Ο ήλιος πια δεν φαίνεται, 
έγινε η μέρα νύχτα,
γεμάτος φλόγα ο μαύρος ουρανός, 
θειάφι παντού μυρίζει.
Τα σπίτια τρέμουν και γκρεμίζονται, 
τα καταπίνει ο Άδης,
μαζί μου βγες, του Δία γιε,
να σώσεις τον λαό μας,
την ανθρωπιά να σώσεις στον χαμό, 
να μη χαθούν τα πάντα,
μέσα στον τρόμο, την απόγνωση, 
να μη χαλάσει ο κόσμος,
ο κόσμος που κτίζαμε οι θνητοί
απ’ την αρχή του χρόνου.

»Να βρούμε μεις τη δύναμη
άραγε πώς μπορούμε,
αν μένει έτσι άπραγος, 
άβουλος, συντριμμένος
αυτός που με τα χέρια δάμασε
τον φύλακα του Άδη
και έλυσε τα άλυτα 
δεσμά του Προμηθέα;»

(...)
Μίλησε και έβγαινε η φωνή
βαθιά μέσ’ απ’το στήθος
όμοια με πληγωμένου αγριμιού
απ’ τη σπηλιά του μέσα.

«Σε ποιον μιλάς
ως φαίνεται ξεχνάς.
Σε έναν παιδοκτόνο.
Σε κείνον που 
ό,τι να σώζει όφειλε, 
το έριξε στον Άδη,
στο στόμα το αχόρταγο,
άσπλαχνα να τ’ αλέσει.
Σε κείνον που
ό,τι πιο αγαπητό
το έπνιξε στο χώμα, 
γυναίκας αγάπη παιδική,
τα ίδια του τα τέκνα.»

(...)
«Από το χάος αναδύθηκες,
θα βυθιστείς στο χάος,
μα πρόωρα το φως ανάμεσα
αφήνεις το να σβήνει.
Σαν της Μεγάρας τα παιδιά
κι άλλα παιδιά αφήνεις
στα δόντια του Άδη λάφυρο, 
μαζί μ’ αυτά και μένα,
μαζί με μένα την πατρίδα μας
κι ολόκληρο τον κόσμο.
Στο πριν κακό κι άλλο κακό
σωρεύει η ανημπόρια
κι ό,τι καλό τελέστηκε
να γκρεμιστεί τ’ αφήνει.»

(...)
Βγήκε αμέσως στην αυλή
αλλ’ είχε ο Θησέας φύγει.
Απόμεινε μόνος να κοιτά
της Αθηνάς το δέντρο.
Το φως του πυρωμένου ουρανού
τα φύλλ αντανακλούσαν,
μια γλαύκα που φώλιαζε εκεί
στα μάτια τον κοιτούσε.
Και τότ’ εκείνος ένοιωσε πως ήτανε
θεού φωνή του φίλου η αγάπη.