Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Στη Ρέα, την Αρτέμιδα και τον Ερμή





Εἰς Ρέαν Κυβέλην
 

Ρέα, της Κρήτης άνασσα, κυρά της Πεσσινούντας,

άπλωσε χέρι δυνατό, προστάτευσε τη φύση.

(...)

Δυνάμεις εκδηλώθηκαν στην ύλη πριν κρυμμένες

σε όγκους μέσα σιωπηλούς, χάρη στον Δία κι εσένα

έλαμψαν όσα ο Κρόνος πάλευε μέσα του να κρατήσει.

Αστράψανε τα σώματα και η ψυχή γεννήθη,

εύθραυστη και πολύτιμη, έτσι με μιας που σβήνει.

Κι απ’ τις ψυχές αργότερα ο λόγος του ανθρώπου,

ακόμη πιο εύθραυστος αυτός, βλαστός που έχει ρίζες

βαθιά μες στην καρδιά των σιωπηλών σωμάτων.

Κανένα μέρος του παντός δεν μένει ξένο στ’ άλλα,

τα πάντα γεμάτα με θεούς που συγκρατούν τα πάντα,

κανένα σχίσμα πουθενά με γέφυρας ανάγκη.



Ῥέα Κυβέλη, μῆτερ τῶν θεῶν, σὺ εἶ πηγὴ ἡ ζωογόνος,

Ἑστίαν πρώτην φήνασα, Δήμητρα τε καὶ Ἥραν

Ἅδην τε καὶ Ποσειδῶ, ἔσχατον μέγαν Δία.


Χάρη σε σένα και στα τέκνα σου η δύναμη του Κρόνου

εκφαίνεται πάντα ενεργή, διαχέεται ποικίλη

από το βάθος τ’ ουρανού μέχρις εγκάτων ύλης.

(...)

Ρέα, της Κρήτης άνασσα, κυρά της Πεσσινούντας,

τη φύση των πάντων ερευνώ και τη ζωή τ’ ανθρώπου,

κι αναγνωρίζω, δέσποινα, τα δικαιώματά σου.


30-31 Οκτωβρίου 2015















Εἰς Ἀρτέμιδα Ἀγροτέραν
ἐπὶ τῇ κτηνῶν σφαγῇ τε καὶ βορᾷ


Άρτεμι, συγχώρησε τον σκοτωμόν ετούτο.


Βογκώντας σέρνονται τ’ αγρίμια στο σφαγείο, 

γελάδια, πρόβατα, πουλιά κλεμμένα από σένα,

μέσα πατούν στο αίμα τους, έντρομα σε κοιτούνε,

αθώρητη τα παρηγορείς πριν βρουν τον θάνατό τους.


Κυρά των αγριμιών εσύ, Άρτεμι Αγροτέρα, 

από τις Νύμφες σου κι εσέ τα κλέψαν οι αδελφοί σου,

ο Απόλλωνας και ο Ερμής, ο Πάνας των ποιμνίων.

Κι απ’ τους θεούς τα πήρανε οι άξεστοι ποιμένες,

τα ημέρωσαν, τα μέτρησαν, τα κλείσανε σε μάντρες,

τ’ αρμέξανε, τα κούρεψαν, μετά τα ζευγαρώσαν,

και πήραν τα γεννήματα και φτιάξαν περιουσίες.

Αυτοί πρώτοι πιστέψανε και τους άνθρώπους όμοια

πως είχαν το δικαίωμα να κλείνουνε σε μάντρες.

Γυναίκες πρώτα και παιδιά με βία προσδεθήκαν 

μετά όσοι δεν πρόλαβαν, δεν είχανε την τύχη,

όσοι απλώς δεν θέλησαν, και όσοι νικηθήκαν.

Οι πού ’σαν πριν ελεύθεροι πέσαν στην εξουσία

των πατεράδων, των αντρών, του κάθε πατριάρχη.


Ἵλεως τῷ θύτῃ ἐλθέ, Ἄρτεμι Ἀγροτέρα,

ὅτι σοῦ ἐσμὲν πάντα τὰ γένη τὰ θνητὰ,

θαλάσσης, οὐρανοῦ καὶ γῆς τὰ πάντα.


Λυπήσου, θεά, τον δήμιο τι τον πιέζει ανάγκη,

ανάγκη πανανθρώπινη πώς να τραφούν τα πλήθη. 

Γνωρίζουμέ το, δέσποινα, σεβόμαστε το αίμα,

θυμόμαστε το χρέος μας και κάνουμε τα πρέπει.

Τα μερωμέν’ αγρίμια σου και σέν’ ευχαριστούμε

για τη ζωή που χάνουνε, για την που δίνουν σάρκα.


Κυρά των αγριμιών εσύ, Άρτεμι Αγροτέρα,

τη φύση των πάντων ερευνώ και τη ζωή τ’ ανθρώπου,

κι αναγνωρίζω, δέσποινα, τα δικαιώματά σου.





24-25 Απριλίου 2015












Εἰς Ἑρμῆν Χαριδότην
―Στον Ερμή της Πρωτομαγιάς



Ερμή μου πολυμήχανε, αρχάγγελε του Δία, 

Κυλλήνιε μοναχογιέ της λευκοχέρας Μαίας, 

όρισε στο τραπέζι μας, στη συντροφιά μας φέρε

τις Χάριτες του ουρανού, της γης και της θαλάσσης

τις Χάρες τις πολύτιμες των αθανάτων όλων

αφού χωρίς αυτές ο βίος μας αβίωτος θα γίνει.

Φέρε την Αίγλη τη λαμπρή, τη φουντωμένη Θάλεια,

φέρε και τη μικρότερη πασίχαρη Ευφροσύνη.

Απ’ της ζωής τα αγαθά ανώφελο κανένα,

σ’όλα τους πρέπει σεβασμός, υπομονή και μέτρο.


Αἱ Χάριτες τοῦ οὐρανοῦ, τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης

πᾶσαι ἐν βρώσει ἔλθοιεν, ἐν πόσει, ἐν τοῖς ἔργοις


ἡμῖν τοῖς ἑορτάζουσιν ἐν ταύτῃ τῇ θυσίᾳ.


Κι αν έρθει ανάγκη, κύρη μου, αν πρέπει να διαλέξω,

από τα δώρα των θεών αν αγαπήσω ένα,

τον τρόπο δείξε μου, πολύτροπε, σ’ όλα τιμή να δίνω,

κανείς θεός μην οργιστεί, το βλέμμα αποστρέψει,

το φως της μη χάσει η ζωή και γίν’ η χαρά μου θλίψη.


Σαν τότε που ο κυνηγός, το τέκνο του Θησέα

στην Άρτεμη όλος δόθηκε, μίσησε την Αφροδίτη.

Ο Ιππόλυτος αρνούμενος το κάλεσμα του πόθου

να μείνει θέλησε παιδί άγουρο και παρθένο.

Κι αν έσφυζε το σώμα του απ’ τους χυμούς της νιότης

ο νους σκληρά τον έσπρωχνε ενάντια στη φύση

και την Κυθέρεια ατίμασε, αρνήθη τα ιερά της.

Εκείνη πάνω του έστρεψε τον έρωτα της Φαίδρας,

αταίριαστο, περιπαθή, πανίσχυρο και ψεύτη.

Κι αν ήθελε δεν μπόρεσε η Άρτεμι να σώσει

τον άνθρωπο που απόδιωξε την χάρη των Ερώτων.


Ή σαν εκείνο τον βοσκό, το τέκνο του Πριάμου,

τον Πάρη που μπροστά του εσύ οδήγησες, Ερμή μου,

τις τρεις ολύμπιες δέσποινες εκείνος να διαλέξει

από τις τρεις ποια προτιμά, ποιανής τα δώρα θέλει,

τις νίκες τις πολεμικές, μήπως την εξουσία

ή μήπως απ’ όλα πιο πολύ τα έργα των Ερώτων.

Κι εκείνος στην Κυθέρεια όλος παραδομένος

την Ήρα και την Αθηνά αφόρητα προσβάλλει

νόμους παραβιάζοντας, κλέβοντας την Ελένη.

Και όσο αν ικέτευε τον Δία η Αφροδίτη

ξεχείλισ’ ο θυμός των θεαινών και έκαψε την Τροία.


Έχει η ανάγκη χίλια πρόσωπα και η ζωή μυριάδες

ποικίλα και αντιφατικά, εράσμια και πλάνα

και πίσω απ’ το καθένα τους ενός θεού η λάμψη.

Στη σκέψη δώσε δύναμη, επιμονή στην πράξη,

φίλους, σημάδια, οδηγούς, αληθινούς συμβούλους,

σε τούτο το ταξίδι, Ερμή, τον δρόμο μου να βρίσκω.


Αἱ Χάριτες τοῦ οὐρανοῦ, τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης

πᾶσαι ἐν βρώσει ἔλθοιεν, ἐν πόσει, ἐν τοῖς έργοις


ἡμῖν τοῖς ἑορτάζουσιν ἐν ταύτῃ τῇ θυσίᾳ.




Ερμή μου πολυμήχανε, αρχάγγελε του Δία,

την φύση των πάντων ερευνώ και τη ζωή τ’ ανθρώπου

κι αναγνωρίζω, κύριε, τα δικαιώματά σου.





Νύχτα 19ης προς 20ή Απριλίου 2015

























Τρίτη 5 Αυγούστου 2014



Σεμέλη


Σαν κεραυνός κατέβηκε στην κόρη ο θεός 

και άστραψε η Σεμέλη, 

που τόσο ποθούσε 

ατόφια του Διός τη χάρη ν΄απολαύσει. 

Μα ήταν ο πόθος της τυφλός 

πέρ΄απ΄τη δύναμη του νου 

και του θνητού κορμιού της.  




Κυριακή 3 Αυγούστου 2014



Η Κυρά των Χελιδονιών




Ποια είναι η Χελιδονού, ετούτη η Παναγία; 

Δεν είναι η μἀνα του Ιησού, η Αριάδνη είναι, 

του Διόνυσου η ομόκλινη, κυρά του λαβυρίνθου.  

Φεγγάρι αυτή ολόγιομο μέσα στη μαύρη νύχτα,  

κρατούσε οχθοχελίδονα στον δροσερό της κόρφο

και νήμα μου ΄δειχνε λεπτό στο φως να μ΄οδηγήσει. 



































Οι Νήσοι των Μακάρων




Πέρ΄απ΄τον κύκλο των χωρών, στην άκρη της θαλάσσης, 


σε ουρανό ανάμεσα και γη, στις Νήσους των Μακάρων, 

εκεί ο ήλιος δεν μεσουρανεί, δεν χάνεται στον Άδη, 

εκεί παντοτινή απλώνεται, σαν δειλινό σαν χάραμα, 

      μια μυστική αμφιλύκη. 

Εκεί η Περσεφόνη φὐτεψε άλση και παραδείσους. 

Εκεί των δικαίων οι σκιές, τα όνειρα των ζώντων, 

εκεί το δικαστήριο των έσχατων ωρών μας, 

εκεί ο Σάραπις, ο Αιακός, ο Μωυσής, ο Μίνως, 

ο Κομφούκιος, ο Ιησούς, ο Βούδδας, ο Μωαμέθης, 

ο Ζωροάστρης, ο Ραδάμανθυς, οι ρυθμιστές του βίου, 

οι νομοθέτες των λαών δίπλα στην Περσεφόνη.  

Εμπρός στον θρόνο του κριτή που διάλεξε ο καθένας

      λόγο για τη ζωή του δίνει, 

αν όπως όφειλε τη χάρηκε ή αν χαράμι πήγε, 

αν πλήθυνε τα αγαθά ή τα δεινά του κόσμου, 

ή άχθος αφέθηκε στη γη να τον τραβούν οι Μοίρες.   






































































Κυριακή 25 Αυγούστου 2013


Eἰς Ἀπόλλωνα Καθάρσιον





Επάκουσέ μου, Απόλλωνα των καθαρμών, 

βλαστέ της τρυφερής Λητώς, και έλα, 

εσύ που, αφού το Δελφικό σου φίδι σκότωσες,

στου Πηνειού τα νάματα εξάγνισες το σώμα.



Σε είπαν, σώμα, μνήμα της ψυχής, 

μέσ' από σένα όμως ζει η ακριβή εκείνη. 

Χωρίς εσένα απρόσωπη στον άνεμο θα σκορπιστεί,

στο φως του ήλιου, στους θεούς

στο άπειρο για πάντα.



Κάνε να σβήσουν, θεέ μου, να χαθούν 

βαθιά κάτω απ΄τη γη, μέσα στη θάλασσα

η θλίψη, ο φόβος, η οργή,

καθώς το καθαρό νερό τους ρύπους παρασύρει,

καθώς που λούζεται και αγαλλιά το σώμα.



Νύχτα 2ας προς 3η Ιουλίου 2013



«[...] Όταν τέλος έφτασαν στο δεντροφυτεμένο μονοπάτι γύρω από τους καταρράχτες Σάνκο, ο Χόντα ανακάλυψε για άλλη μια φορά ότι το πουκάμισό του είχε γίνει μούσκεμα.
"Μήπως η εντιμότητά σας θα ήθελε να δοκιμάσει τον εξαγνισμό του νερού; Είναι πολύ δροσιστικό."
"Μα θα ήταν σωστό να κάνει κανείς ένα τέτοιο λουτρό μόνο και μόνο για να δροσιστεί;"
"Και βέβαια κύριε. Όταν το νερό του καταρράχτη πέφτει με δύναμη πάνω σ'έναν άνθρωπο, του καθαρίζει τον νου. Γι'αυτό και αποτελεί θρησκευτική πράξη. Δεν χρειάζεται λοιπόν να προβληματίζεστε". [...]»  
Από τα «Αφηνιασμένα Άλογα» του Γιούκιο Μισίμα













Εἰς Ἀθηνάν Ἐργάνην


Επάκουσέ μας Αθηνά των τεχνιτών, κόρη του Δία - υφάντρα.

Τον άνεμό σου στέλνε, δέσποινα, τον δαίμονα εντός μας 

να πυρώνει,  

στην ποίησι χώρο να δίνουμε, θεά, στην πράξι 

και στα δικά σου έργα.  


7 Ιουλίου 2013


































Εἰς θεοὺς πολιεῖς





Ακούστε μας, Δία και Αθηνά των πόλεων προστάτες.

Δαμάστε την άγρια Τύχη, της Απληστίας το αχόρταγο στόμα, 


τις πολιτείες στηρίξτε που εκείνες τραντάζουν.




Στους λαούς νέα ήθη, νόμους νέους εμπνεύστε, 


ικανούς αναδείξτε ηγέτες και έντιμους. 

Ασφαλές δώστε όλοι ―σε τούτη τη θάλασσα, σε όλη τη γη― 


ταξίδι να έχουμε.

Τον πόνο κρατήστε μακριά, τον πόλεμο, τον άκαιρο θάνατο. 

 


«Τον Οδυσσέα σκέφτομαι, ουράνιε πατέρα,

που πάντα σε σεβότανε και πρόσφερε θυσίες.

Αυτόν λυπούμαι, κύριε, που μόνος του πλανιέται

στης θάλασσας τα κύματα και τους λαούς του κόσμου.»


Είπ’ η Αθηνά κι ο Δίας της απάντησε βαρυσυννεφιασμένος:


«Οι θυσίες ειν’ αγαπητές, ευχάριστες αλήθεια,

όταν μαζεύονται οι άνθρωποι και τους θεούς κερνούνε,

κι εμείς τους δίνουμε αντίδωρο τη λάμψη του Ολύμπου.

Μ’ απ’ τις θυσίες πιο αγαπητά της αρετής τα έργα,

αυτά με αγάλλουν, κόρη μου, και τέρπουν την ψυχή μου,

όπου αυτά εκεί κι εγώ, 

το δίκαιο, η δύναμη και της ζωής η χάρη.

Θυσία δίχως αρετή βαθιά υποκρισία.

»Τον Παλαμήδη θυμήσου, κόρη μου, το τέκνο του Ναυπλίου,

λαοφιλή, πανέξυπνο και μέγα εφευρέτη,

άδικα τον κατηγόρησαν, άθλια τον σκοτώσαν.

Κι ήταν για τον χαμό του αίτιος ο κύρης της Ιθάκης.

Κόρη μου, μη με ρωτάς λοιπόν, γιατί οργή του έχω,

αφού τα ιερά για μένα σήκωνε και πρόσφερέ μου σφάγια·

σφάγιο ακάθαρτο μου πρόσφερε στεφανωμένο φθόνο

ο Οδυσσέας με σκέψη μιαρή τον δίκαιο Παλαμήδη.»  



Τον Παλαμήδη τον δίκαιο φέρτε, θεοί, στο φως δυνατό, 


ο βασιλιάς της Ιθάκης ας μείνει επί τέλους στην άκρη. 


24 Αυγούστου 2013, 4 Μαϊου 2016



Πρβλ. την επίκληση στην Αθηνά από τους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου
και τον ύμνο στην Αθηνά από τις Θεσμοφοριάζουσες (στ. 1143-4) του Αριστοφάνη.
(Από τον τόμο Ανθολογία αρχαίων ελληνικών ύμνων των εκδ. Ζήτρος)